
Ο κ. Λεχουρίτης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις αυξήσεις που καταγράφονται σε όλες τις μορφές ενέργειας και θέρμανσης, από τα καύσιμα και το φυσικό αέριο μέχρι το ηλεκτρικό ρεύμα και τα καυσόξυλα, επισημαίνοντας ότι οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διαρκώς αυξανόμενο κόστος, χωρίς να διαφαίνεται ουσιαστική ανακούφιση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο κόστος θέρμανσης, σημειώνοντας ότι οι αυξήσεις δεν αφορούν μόνο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και τα καυσόξυλα, τα οποία για αρκετά νοικοκυριά αποτελούν εναλλακτική λύση. «Βλέπουμε να αυξάνονται οι τιμές στα καύσιμα, οι τιμές στο φυσικό αέριο, οι τιμές στο ρεύμα. Βλέπουμε να αυξάνονται οι τιμές στα καυσόξυλα. Γιατί είδα ότι κάποιοι συμπολίτες λένε, το πετρέλαιο είναι πανάκριβο, το ρεύμα το ίδιο, το φυσικό αέριο το ίδιο, μένει το καυσόξυλο. Μήπως τα καυσόξυλα είναι φθηνά; Κι αυτά πανάκριβα είναι», είπε.
Απαντώντας στο ερώτημα εάν οι οργανώσεις καταναλωτών έχουν τη δύναμη να πιέσουν την κυβέρνηση και τα αρμόδια υπουργεία, ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ υποστήριξε ότι οι αρμόδιοι γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει στην αγορά, αλλά δεν λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες της κοινωνίας.
«Το Ινστιτούτο Καταναλωτών έχει τη δύναμη όταν συμμετέχει ο ίδιος ο πολίτης. Εισακουγόμαστε, τα ξέρουν όλα, τα γνωρίζουν όλα. Απλώς δεν σέβονται τις ανάγκες της κοινωνίας», ανέφερε. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έφερε τις μεγάλες διαφορές που, όπως είπε, καταγράφονται στην τιμή ενός προϊόντος από το χωράφι μέχρι το ράφι του καταστήματος, κάνοντας λόγο για ποσοστά που φτάνουν ακόμη και το 1.000% ή το 2.100%. Στο σημείο αυτό άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά, υποστηρίζοντας ότι οι τιμές δεν διαμορφώνονται με βάση το πραγματικό κόστος παραγωγής και διάθεσης, αλλά με γνώμονα το κέρδος που επιδιώκει κάθε κρίκος της εμπορικής αλυσίδας. «Η κυβέρνηση είναι της λογικής ελεύθερη αγορά, ελεύθερη οικονομία. Μα εδώ στην Ελλάδα δεν έχουμε ελεύθερη αγορά και ελεύθερη οικονομία, έχουμε ασύδοτη αγορά και ασύδοτη οικονομία. Ο καθένας αγοράζει με βάση τι πουλάει ο παραγωγός και πουλάει όχι με βάση το κοστολόγιο του προϊόντος, με βάση τι θέλει να κερδίσει. Θέλει να κερδίσει 2.000%; Ε θα βάλει τιμή στο προϊόν 2.100%», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, στάθηκε στην ανάγκη να αποκτήσουν οι πολίτες μεγαλύτερη καταναλωτική συνείδηση και να χρησιμοποιούν τη δύναμη που έχουν ως αγοραστές. Όπως είπε, οι οργανώσεις καταναλωτών έχουν κατά καιρούς προχωρήσει σε πρωτοβουλίες μποϊκοτάζ, ωστόσο η ανταπόκριση δεν ήταν πάντα η αναμενόμενη. Για να δείξει μάλιστα, τη διαφορά στη συμπεριφορά των καταναλωτών, έφερε ως παράδειγμα τη Γερμανία, όπου, όπως είπε, εάν οι πολίτες αποφασίσουν να μην αγοράσουν ένα προϊόν για μία εβδομάδα, η αγορά αναγκάζεται να αντιδράσει.