

Την είχε γράψει μαθητής Β΄ Γυμνασίου που, μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, άφηνε τις προτάσεις του μισές και έλεγε «δεν ξέρω τι να γράψω». Τον ρώτησα, χωρίς διάθεση να τον στριμώξω, τι εννοούσε στη δεύτερη παράγραφο με τη φράση «πολυδιάστατη πρόκληση της συλλογικής ευθύνης». Κοίταξε το χαρτί σαν να το έβλεπε πρώτη φορά. «Ε, δεν ξέρω, κυρία. Έτσι έγραφε». Έτσι έγραφε!!! Όχι «το έγραψα», όχι «το βρήκα». Έτσι έγραφε, σαν να μιλούσε για κάποιον άλλον. Δεν είναι κακό παιδί ούτε πονηρό. Είναι ένα παιδί που είχε καταλάβει ότι στο σχολείο ο βαθμός πηγαίνει στο κείμενο και όχι απαραίτητα σε εκείνον που το έγραψε. Θα ήταν εύκολο να κλείσουμε εδώ: το παιδί αντέγραψε, το παιδί φταίει. Και θα ήταν λάθος. Κυρίως γιατί θα ήταν βολικό.
Για χρόνια ζητάμε από τα παιδιά κείμενα που βαθμολογούνται με συγκεκριμένα κριτήρια: έκταση, δομή, «σωστές» εκφράσεις, μια συλλογή επιχειρημάτων για κάθε θέμα. Διδάσκουμε την έκθεση σαν συνταγή. Μάθαμε τα παιδιά να αναζητούν τη «σωστή» απάντηση πριν προλάβουν να σχηματίσουν τη δική τους. Στις εξετάσεις δεν βραβεύεται η σκέψη που διστάζει, αναθεωρεί και διορθώνεται. Βραβεύεται το κείμενο που έχει όλα τα απαραίτητα. Ένα εργαλείο που το παράγει σε δέκα δευτερόλεπτα δεν εξαπατά απλώς το σύστημα. Το εξυπηρετεί καλύτερα απ’ ό,τι ο ίδιος ο μαθητής.
Το παιδί έκανε ό,τι θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος: βρήκε τον συντομότερο δρόμο προς τον στόχο που του δώσαμε. Ο στόχος ήταν το πρόβλημα. Βέβαια, το ίδιο εργαλείο που υποκαθιστά τη σκέψη μπορεί και να την υποστηρίξει. Μπορεί να λειτουργήσει σαν λεξικό, σαν διορθωτής ή σαν δάσκαλος που κάνει ερωτήσεις. Το πρόβλημα δεν αρχίζει όταν το εργαλείο προτείνει. Αρχίζει όταν παύει να χρειάζεται η δική μας κρίση. Ίσως, τελικά, το ζητούμενο να μην είναι να κρατήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη έξω από την τάξη, αλλά να μάθουμε στα παιδιά να τη χρησιμοποιούν χωρίς να της παραχωρούν τη σκέψη τους.
Το γράψιμο είναι σκέψη που αφήνει ίχνη: διαγραφές, δισταγμοί, μια λέξη που αλλάζει τρεις φορές. Ένα κείμενο χωρίς κανένα ίχνος δεν έχει ιστορία. Και ό,τι δεν έχει ιστορία δεν μπορεί να το υπερασπιστεί κανείς. Και δεν είναι μόνο τα παιδιά. Το ίδιο εργαλείο γράφει ήδη e-mail, αναφορές και ανακοινώσεις. Ζητάμε από τα παιδιά αυθεντικότητα, ενώ δεν συζητάμε δημόσια πόσο συχνά την παρακάμπτουμε οι ίδιοι. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από όσα λέμε, αλλά κυρίως από όσα μας βλέπουν να κάνουμε.
Δεν βαθμολόγησα αρνητικά. Ένας βαθμός θα τιμωρούσε το αποτέλεσμα, ενώ η απορία του μαθητή ήταν ήδη η διάγνωση. Ούτε μίλησα για απαγορεύσεις, που απλώς θα μάθαιναν τα παιδιά να κρύβονται καλύτερα. Την επόμενη μέρα ρώτησα: Ποια πρόταση της έκθεσης θα υπερασπιζόσουν; Ποια λέξη είναι δική σου; Πού διαφωνείς με όσα έγραψες; Η σιωπή που ακολούθησε ήταν η πιο ειλικρινής εργασία της χρονιάς. Μια έκθεση χωρίς ούτε ένα λάθος δεν αποδεικνύει ότι το παιδί έμαθε να γράφει. Αποδεικνύει ότι κάποιος έμαθε πολύ καλά τι ζητάμε. Ένα λάθος, ένα δικό του λάθος, θα ήταν τουλάχιστον δικό του.