
Η ιδιοποίησή τους αποτελεί αυθαίρετη και παράνομη πρακτική και συνιστά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Οι περιπτώσεις παράνομων παρεμβάσεων που καλούνται να διαχειριστούν οι δημοτικές αρχές και η τροχαία διαχωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες, με κριτήριο τη βαρύτητα και τον βαθμό επικινδυνότητας της πράξης. Στην πρώτη κατηγορία βρίσκεται η αυθαίρετη κατάληψη δημόσιου χώρου. Πρόκειται για την κλασική πρακτική που ιδιοκτήτες σπιτιών ή καταστημάτων τοποθετούν φυσικά εμπόδια, όπως πλαστικούς κώνους, καφάσια, μεταλλικές μπάρες, πρόχειρες χειρόγραφες πινακίδες ή ακόμα και καρέκλες με σκοπό να εμποδίσουν άλλους οδηγούς να σταθμεύσουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αρχές επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και χρηματικά πρόστιμα που ξεκινούν από τα 350 ευρώ.
Δεύτερη και σοβαρότερη περίπτωση αφορά την τοποθέτηση παραπλανητικών πινακίδων που προσομοιάζουν με τα επίσημα σήματα του ΚΟΚ. Όταν ένας ιδιώτης αναρτά πινακίδα απαγόρευσης στάθμευσης (όπως το κλασικό σήμα Ρ-40) χωρίς να διαθέτει σχετική άδεια, δημιουργεί σύγχυση στους οδηγούς και αλλοιώνει την οδική σήμανση. Η πράξη αυτή επηρεάζει την οδική ασφάλεια και την ομαλή κυκλοφορία και, ως εκ τούτου, ο νομοθέτης προβλέπει πολύ αυστηρότερες κυρώσεις, με πρόστιμα που μπορούν να φτάσουν έως και τα 1.500 ευρώ, συνοδευόμενα από πιθανές περαιτέρω νομικές συνέπειες.
Η νομοθεσία ξεκαθαρίζει ότι κανένας ιδιώτης δεν έχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του οδοστρώματος. Οι αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες και τα κλιμάκια της δημοτικής αστυνομίας έχουν το δικαίωμα, κατά τους τακτικούς ελέγχους , αλλά και έπειτα από καταγγελίες πολιτών, να επεμβαίνουν άμεσα και να απομακρύνουν τα πάσης φύσεως παράνομα εμπόδια, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα τις αντίστοιχες παραβάσεις στους υπαιτίους. Με την αυστηροποίηση των ελέγχων, οι αρχές στοχεύουν στην απελευθέρωση των δημόσιων θέσεων και στην αποτροπή φαινομένων αυθαιρεσίας στις γειτονιές.
Όσοι πολίτες διαθέτουν νόμιμο χώρο στάθμευσης (γκαράζ ή πυλωτή) και αντιμετωπίζουν πρόβλημα παρεμπόδισης της εισόδου και εξόδου τους, υπάρχει η θεσμοθετημένη και απολύτως νόμιμη οδός. Η απαγόρευση στάθμευσης μπροστά από ιδιωτικό πάρκινγκ μπορεί να ισχύσει μόνο ύστερα από επίσημη έγκριση από τον οικείο Δήμο. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υποβάλει σχετική αίτηση στην τεχνική υπηρεσία του δήμου, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά, όπως την οικοδομική άδεια που πιστοποιεί τη νόμιμη χρήση του χώρου στάθμευσης και σχεδιάγραμμα της περιοχής. Μόνο μετά τη θετική γνωμοδότηση και την έκδοση της σχετικής απόφασης επιτρέπεται η τοποθέτηση της επίσημης σήμανσης και η διαγράμμιση του οδοστρώματος, καθιστώντας κάθε άλλη αυθαίρετη ενέργεια παράνομη.
Στη Ζάκυνθο, πίσω από το φαινόμενο της αυθαίρετης κατάληψης δημόσιων χώρων στάθμευσης, υπάρχουν δύο σημαντικές παράμετροι. Η πρώτη αφορά το διαχρονικό πρόβλημα της στάθμευσης. Η εύρεση μιας θέσης παρκινγκ συχνά εξελίσσεται σε καθημερινή δοκιμασία για κατοίκους, επαγγελματίες και επισκέπτες. Οι διαθέσιμοι χώροι στάθμευσης δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στις αυξημένες ανάγκες, ενώ η κυκλοφοριακή επιβάρυνση, ιδιαίτερα κατά τις ώρες αιχμής ή κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, εντείνει το πρόβλημα. Μέσα σε αυτή την ασφυκτική κατάσταση, ορισμένοι επιλέγουν να δώσουν τη δική τους, αυθαίρετη λύση, επιλέγοντας να εξασφαλίσουν μια θέση στάθμευσης αποκλειστικά για τον εαυτό τους.
Η δεύτερη παράμετρος σχετίζεται με την απουσία σταθερού και αποτελεσματικού μηχανισμού ελέγχου. Η Ζάκυνθος χρειάζεται δημοτική αστυνομία με ουσιαστική παρουσία στους δρόμους, ώστε να ελέγχει και να επιβάλλει την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Όταν οι πολίτες διαπιστώνουν ότι αυτοσχέδια εμπόδια παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στις θέσεις στάθμευσης, χωρίς να απομακρύνονται και χωρίς να επιβάλλονται κυρώσεις, δημιουργείται σταδιακά η εντύπωση ότι ο καθένας μπορεί να ενεργεί όπως επιθυμεί και κυριαρχεί η κουλτούρα της αυθαιρεσίας.