
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το εθνικό ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το 2025 αυξήθηκε σε 27,5% από 26,9% που ήταν το 2024. Η Ελλάδα καταγράφει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Βουλγαρία.
Την ίδια στιγμή, τέσσερις ελληνικές περιφέρειες – ανάμεσα σε αυτές και η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων – συγκαταλέγονται μεταξύ των 24 περιοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα υψηλότερα ποσοστά πληθυσμού που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού.
Αναλυτικότερα, το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού καταγράφεται στην Πελοπόννησο, όπου αγγίζει το 38,1%. Τα Ιόνια Νησιά ακολουθούν με ποσοστό 35,7%. Την τετράδα των ελληνικών περιφερειών που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας συμπληρώνουν η Κεντρική Μακεδονία με 33% και Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με 31,6%. Αντίθετα, η Κρήτη εμφανίζει ποσοστό 18,2%, ενώ στην Θεσσαλία ο αντίστοιχος δείκτης αγγίζει το 30,5%.
Σημειώνεται ότι ο εν λόγω δείκτης περιλαμβάνει όσους αντιμετωπίζουν κίνδυνο εισοδηματικής φτώχειας, σοβαρές υλικές ή κοινωνικές στερήσεις ή διαβιούν σε νοικοκυριό με χαμηλή ένταση εργασίας. Ως εκ τούτου, τα ποσοστά που προκύπτουν δεν συνεπάγονται αναγκαστικά ανθρώπους που ζουν κάτω από το εισοδηματικό όριο της φτώχειας, αλλά αναφέρονται σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τουλάχιστον ένα από τα προαναφερθέντα πλήγματα.
Παράλληλα, στα Ιόνια Νησιά το 66,3% του πληθυσμού καταγράφεται στον δείκτη καθυστερήσεων πληρωμών για στεγαστικά δάνεια, ενοίκια, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ή αγορές με δόσεις. Το εν λόγω ποσοστό είναι το υψηλότερο ανάμεσα στις περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη στιγμή που ο μέσος όρος βρίσκεται μόλις στο 9,2%. Εξίσου σημαντικό στοιχείο αποτελεί ο δείκτης σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης, ο οποίος εξετάζει την αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, όπως είναι η θέρμανση, η αντιμετώπιση έκτακτων εξόδων ή και η αντικατάσταση φθαρμένων αγαθών. Ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 6,3%, στα Ιόνια Νησιά το ποσοστό αγγίζει το 23,3%.
Ωστόσο, τα πορίσματα της Eurostat και η κατάταξη της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων ως της δεύτερης φτωχότερης περιφέρειας της χώρας έρχεται σε αντίφαση με την τουριστική της δραστηριότητα. Υπενθυμίζεται μάλιστα πως σε προγενέστερη έρευνα της «Χρυσής Ευκαιρίας» προέκυψε ότι τα Ιόνια Νησιά προσφέρουν τους υψηλότερους μισθούς στην Ελλάδα.
Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα της «Χρυσής Ευκαιρίας, η οποία αφορά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2025 έως τον Ιούλιο του 2026, παρουσιάζει τα Ιόνια Νησιά – μαζί με τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα – να βρίσκονται στην κορυφή της μισθολογικής κατάταξης καταγράφοντας αποδοχές υψηλότερες κατά 47% έως και 91% σε σύγκριση με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Πώς, λοιπόν, η Περιφέρεια «φλερτάρει» με την φτώχεια, ενώ προσφέρει τους καλύτερους μισθούς πανελλαδικά; Πού οφείλεται η συγκεκριμένη αντίφαση;
Τόσο τα πορίσματα της Eurostat, όσο και η έρευνα της «Χρυσής Ευκαιρίας», αποδίδουν τη συνολική εικόνα της περιφέρειας και δεν αποτυπώνουν μεμονωμένα την οικονομική κατάσταση του κάθε νησιού ξεχωριστά.
Ωστόσο, ο πρόεδρος της ΕΛΦΕΕ Ζακύνθου κ. Νίκος Τσουκαλάς ερμηνεύοντας την αντίφαση μεταξύ των δύο ερευνών με επίκεντρο τη Ζάκυνθο, αναφέρει: «η πρώτη συνισταμένη είναι ότι τα μεγάλα ξενοδοχεία και οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν έδρα εκτός Ζακύνθου. Κατά συνέπεια, η κερδοφορία αυτών των εταιρειών υπολογίζεται στις περιφέρειες εκείνες που έχουν έδρα. Πολλά από τα μεγάλα ξενοδοχεία του νησιού, για παράδειγμα, έχουν έδρα στην Αθήνα. Κατά συνέπεια, το εισόδημά τους φαίνεται εκεί».
Όσον αφορά τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του νησιού, ο κ. Τσουκαλάς προσθέτει: «επαληθεύεται αυτό το οποίο ξορκίζουμε όλον αυτόν τον καιρό, ότι δεν υπάρχει σωστή δηλωτική διαδικασία. Κατά συνέπεια, υπάρχουν εισοδήματα που δεν δηλώνονται. Δεν μπορεί, από την μία, να έχουμε τους καλύτερα αμειβόμενους υπαλλήλους και τη μεγαλύτερη ζήτηση για εργατικό δυναμικό και, από την άλλη, να είμαστε στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτή τη στιγμή, δεν γίνεται σωστός φορολογικός έλεγχος εκεί που πρέπει να γίνει, δηλαδή στις ζημιογόνες επιχειρήσεις που συνεχίζουν να είναι ζημιογόνες. Αυτό το οποίο διαλαλεί η ΑΑΔΕ, ότι γίνεται προσπάθεια για να βρεθεί η ροή του χρήματος, δεν το βλέπω να γίνεται, διότι δεν γίνεται έλεγχος σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις από τις οποίες απορρέει το ποσοστό του 35,7%. Τα Ιόνια δεν είναι η δεύτερη περιοχή που είναι στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού. Ναι μεν υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που περνάνε δύσκολα, αλλά στο μεγαλύτερο κομμάτι δεν υπάρχει δυσκολία».
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Τσουκαλάς υπογράμμισε την ανάγκη για πιο ουσιαστικούς φορολογικούς ελέγχους. «Πρέπει η Πολιτεία να δει συνολικά το σχεδιασμό της και να μην βγαίνουν τα ελεγκτικά όργανα στο δρόμο για να κάνουν προληπτικούς ελέγχους και να μπαίνουν στις ίδιες και στις ίδιες επιχειρήσεις, την ώρα που κάποιες άλλες επιχειρήσεις βρίσκονται στο απυρόβλητο», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Στο ερώτημα αν πίσω από την αντίφαση των ερευνών κρύβεται η παράμετρος της εποχικότητας, ο κ. Τσουκαλάς απαντά: «η εποχικότητα όντως είναι θέμα για το εργατικό δυναμικό. Όμως, όταν ένας εργαζόμενος αμείβεται με 1.700 ή και 2.000 ευρώ το μήνα, στους έξι μήνες παίρνει το μισθό που θα έπαιρνε ένας αμειβόμενος δουλεύοντας κανονικά δώδεκα μήνες το χρόνο. Μαζί με το επίδομα ανεργίας έρχεται και ισοσκελίζει. Δυστυχώς, η επιλογή του τουρισμού σαν μια μορφή οικονομικής ανάπτυξης σε ένα κράτος έχει και αυτές τις δυσμένειες. Για αυτό το λόγο, υπάρχει το ταμείο ανεργίας και κάποιες άλλες πρόνοιες στις συμβάσεις για ξενοδοχοϋπαλλήλους… Η εποχικότητα, πάντως, είναι θέμα και μάλιστα υπολογίσιμο, αλλά και πάλι δεν επαληθεύει το 35,7% που δείχνει η Eurostat».
Για τις καθυστερήσεις στις πληρωμές, ο πρόεδρος της ΕΛΦΕΕΖ αναφέρει: «το χρέος χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Σε αυτό που έχει να κάνει με τους ιδιώτες και σε αυτό που έχει να κάνει με το Ελληνικό Δημόσιο. Ιδιαίτερα μετά την υγειονομική κρίση, κάποιοι δηλώνουν αδυναμία πληρωμών και αφήνουν απλήρωτες τις εισφορές του Δημοσίου. Είναι μια τακτική που ακολουθείται ανάλογα με την πολιτική που έχει η κάθε εταιρία και τα περιθώρια που αφήνει. Η εκτίμηση είναι ότι χρειάζεται επανασχεδιασμός και επαναπροσδιορισμός της ελεγκτικής διαδικασίας, για να μπορέσουμε να δούμε που είμαστε. Αυτά τα ευρήματα θα γυρίσουν κάποια στιγμή ανάποδα, δηλαδή θα ψαχθούν αυτές οι δαπάνες αναφορικά με το πότε και με ποιες μεθόδους εξοφλούνται».