

Το Ιράν δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως απειλή από το Ισραήλ –το οποίο το αντιλαμβάνεται ως υπαρξιακό αντίπαλο– αλλά και ως ανασχετικός παράγοντας στον αμερικανικό σχεδιασμό για τη διαμόρφωση ενός πολιτικά μετασχηματισμένου και στρατηγικά ελέγξιμου αραβοϊσλαμικού κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της «απειλής» δεν περιορίζεται στα στενά όρια της στρατιωτικής ισχύος ή της πυρηνικής τεχνολογίας, αλλά διευρύνεται ώστε να περιλάβει κάθε μορφή γεωπολιτικής απείθειας και ιδεολογικής αντίστασης απέναντι στη δομή ισχύος που επιζητούν να εγκαθιδρύσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους στην περιοχή.
Η στρατηγική στοχοποίηση του Ιράν καθίσταται κατανοητή μόνον εντασσόμενη στο μακροπρόθεσμο σχέδιο ριζικής αναδιάταξης της Μέσης Ανατολής. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 –και με επιταχυνόμενο ρυθμό μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003– η Ουάσιγκτον υιοθέτησε μια στρατηγική προσέγγιση που αποσκοπεί στην αποδιάρθρωση των υφιστάμενων κρατικών δομών, με σκοπό τη διαμόρφωση ενός νέου, λειτουργικά εξαρτημένου περιφερειακού υποσυστήματος μέσω της αποδόμησης των υφιστάμενων πολιτικο-εδαφικών σχηματισμών.
Η στρατηγική αυτή, ευρύτερα γνωστή ως «δημιουργικό χάος» (constructive chaos), στηρίζεται στη βασική υπόθεση εργασίας, ότι η ελεγχόμενη αποσταθεροποίηση κρατικών και κοινωνικών δομών μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας ισχύος, ευθυγραμμισμένη με τα συμφέροντα των εξωπεριφερειακών δρώντων. Εντός αυτού του πλαισίου, ο πόλεμος, οι εθνοφυλετικές συγκρούσεις, η διάλυση κρατών, καθώς και η εθνοθρησκευτική βαλκανοποίηση, δεν θεωρούνται αποτυχίες πολιτικής, αλλά εργαλεία συστημικής ανασύνθεσης.
Ενδεικτικό τεκμήριο αποτελεί ο χάρτης του απόστρατου συνταγματάρχη των ΗΠΑ Ralph Peters, δημοσιευμένος το 2006 στο Armed Forces Journal, υπό τον τίτλο «Blood Borders: How a Better Middle East Would Look». Ο εν λόγω χάρτης, που έγινε ευρέως γνωστός ως αποτύπωση της «Νέας Μέσης Ανατολής», παρουσιάζει ένα ριζικά ανασχεδιασμένο γεωπολιτικό τοπίο, στο οποίο τα υφιστάμενα κράτη έχουν αντικατασταθεί από μικρότερες, εθνοτικά και θρησκευτικά ομοιογενείς οντότητες. Στο πλαίσιο αυτό, το Ιράν θα έπρεπε να απωλέσει τα δυτικά του εδάφη (Κουρδιστάν), τη νοτιοδυτική επαρχία Αχβάζ (αραβικός πληθυσμός), καθώς και περιοχές του βορρά με αζερικό πληθυσμό, προς όφελος της συγκρότησης νέων κρατών όπως ένα «Δίκαιο Κουρδικό Κράτος», ένα «Σιιτικό Ιράκ» και ένα «Σουνιτικό Αραβικό Κράτος».
Το Ιράν, ως ένα θεοκρατικό αλλά συγκροτημένο πολυεθνικό κράτος, συνιστά ουσιώδες εμπόδιο στην εφαρμογή των εν λόγω σχεδιασμών. Σε αντίθεση με κράτη όπως το Ιράκ, η Συρία ή η Λιβύη, τα οποία αποδείχθηκαν πιο ευάλωτα στη διαδικασία αποδόμησης, το Ιράν διατηρεί υψηλό βαθμό κοινωνικής συνοχής, ισχυρές κρατικές δομές και σταθερό ιδεολογικό υπόβαθρο που του προσδίδει τον χαρακτήρα περιφερειακής δύναμης. Επιπλέον, η ιρανική επιρροή εκτείνεται γεωστρατηγικά μέσω του αποκαλούμενου «σιιτικού άξονα» από τη Βαγδάτη έως τη Βηρυτό, ενώ η εμπλοκή του στο συριακό εμφύλιο, η υποστήριξή του σε δρώντες όπως η Χεζμπολάχ και οι Χούθι, καθώς και η σύμπραξή του με τη Ρωσία και την Κίνα, το καθιστούν καθοριστικό παράγοντα στο διεθνές σύστημα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αμερικανική στρατηγική τείνει προς την αποσταθεροποίηση του Ιράν ως έσχατο μέσο για την αποδυνάμωσή του. Οι οικονομικές κυρώσεις, η χρηματοπιστωτική ασφυξία, η στοχοποίηση των Φρουρών της Επανάστασης, οι επιχειρήσεις κυβερνοπολέμου και, πλέον, οι στρατιωτικές επιθέσεις σε ιρανικό έδαφος, συγκροτούν μια πολυεπίπεδη πίεση με τελικό σκοπό τη διάρρηξη της κρατικής συνοχής και την πρόκληση εσωτερικής κατάρρευσης είτε μέσω ενός «χρωματιστού» επαναστατικού σεναρίου είτε, σε ακραία μορφή, μέσω απευθείας στρατιωτικής επέμβασης.
Μέσα σε αυτό το γεωστρατηγικό περιβάλλον, το Ισραήλ καλείται να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο. Ως περιφερειακή δύναμη με διαρκείς και θεσμοθετημένους δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες και με υψηλό βαθμό εξάρτησης από την αναπαραγωγή ενός ευνοϊκού για το ίδιο status quo, έχει σαφές συμφέρον από την αποδυνάμωση –αν όχι την αποσύνθεση– του Ιράν. Οι αεροπορικές του επιθέσεις, επιτελούν ρόλο στρατηγικού εργαλείου: λειτουργούν ως μέσο στρατιωτικής φθοράς, εσωτερικής αποσταθεροποίησης και γεωπολιτικής εξουθένωσης του ιρανικού κράτους.
Η επιχειρησιακή συνεργασία Ισραήλ–ΗΠΑ, τόσο στο επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών όσο και τεχνολογικής συνέργειας, είναι τεκμηριωμένη. Οι κοινές επιχειρήσεις κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, οι στοχευμένες εξουδετερώσεις Ιρανών επιστημόνων, αλλά και οι ενέργειες «ήπιας ισχύος» (soft power) υπέρ της ιρανικής αντιπολίτευσης, συγκροτούν ένα πλέγμα στρατηγικής πίεσης που δεν αποκλείει –αντιθέτως ευνοεί– τη διατάραξη της κρατικής οντότητας του Ιράν.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι εάν η στρατηγική του «δημιουργικού χάους» διαθέτει σαφή καταληκτική στόχευση ή εγκλωβίζει τη Μέση Ανατολή σε έναν φαύλο κύκλο μόνιμης αστάθειας. Η εμπειρία των τελευταίων δύο δεκαετιών δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας: η αποδόμηση του Ιράκ συνέβαλε στην ανάδυση του Ισλαμικού Κράτους, η καταστροφή της Συρίας στον πολλαπλό διαμελισμό της επικράτειάς της και ο πόλεμος στην Υεμένη σε μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις της σύγχρονης εποχής. Εάν το Ιράν οδηγηθεί σε παρόμοια κατάληξη, η γεωπολιτική αποσταθεροποίηση της περιοχής θα ενταθεί, με απροσδιόριστες συνέπειες για την περιφερειακή και διεθνή ασφάλεια.
Η στρατηγική της αποσταθεροποίησης δεν θεμελιώνει την ειρήνη αλλά διαιωνίζει την αστάθεια· δεν διασφαλίζει τη δημοκρατία αλλά προωθεί τον κατακερματισμό και την εξάρτηση. Και πάντοτε, το κόστος δεν το επωμίζονται οι γεωπολιτικοί σχεδιαστές, αλλά οι κοινωνίες που υφίστανται τις συνέπειες των σχεδίων τους.