

Ουσιαστικά ο Ντόναλντ Τραμπ ακολουθεί τη διαπίστωση του Αλεξάντερ Χάμιλτον, ενός εκ των ιδρυτών πατέρων των ΗΠΑ, η οποία και μετουσιώνει σε πολιτικό δόγμα τη λογική του κλασικού μερκαντιλισμού:
«Όχι μόνον ο πλούτος αλλά και η ανεξαρτησία και η ασφάλεια μιας χώρας, φαίνονται να είναι υλικά συνδεδεμένες με την ευρωστία των βιομηχανιών».
Ο όρος μερκαντιλισμός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Άνταμ Σμίθ, μνημονεύοντας την οικονομική σκέψη και πράξη στην Ευρώπη κατά την περίοδο 1500-1750, σύμφωνα με την οποία ο πλούτος και η ισχύς είναι θεμιτοί απώτατοι στόχοι της εθνικής πολιτικής με σκοπό την επίτευξη οικονομικής αυτάρκειας. Ενώ η κρατική παρέμβαση απαιτείται για την ενίσχυση της πολιτικής εξαγωγών και την εγκαθίδρυση περιοριστικών μέτρων στις εισαγωγές.
Στο πλαίσιο της ανωτέρω συλλογιστικής ο Αμερικανός πρόεδρος καλεί το σύνολο των πολυεθνικών ανά τον πλανήτη να επενδύσουν στις ΗΠΑ:
«Ελάτε να παράγετε τα προϊόντα σας στην Αμερική και θα απολαύσετε ορισμένους από τους χαμηλότερους φόρους στον κόσμο. Αλλά αν δεν κάνετε την παραγωγή στις ΗΠΑ, που είναι δικαίωμά σας, τότε, πολύ απλά, θα πρέπει να πληρώσετε τελωνειακούς δασμούς».
Θέτοντας ταυτόχρονα μια σειρά μέτρων προστατευτισμού για την αμερικανική οικονομία από τις εξωτερικές απειλές και δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες στο εσωτερικό για οικονομική ανάπτυξη. Αφετηριακά αξίωσε την άμεση μείωση των επιτοκίων από την αμερικανική κεντρική τράπεζα για να ενισχύσει την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία. Ενώ υποσχέθηκε να μειώσει τον πληθωρισμό μ’ ένα μείγμα δασμών, απορρυθμίσεων και φορολογικών περικοπών μαζί με την καταστολή της παράτυπης μετανάστευσης και τη δέσμευσή του να καταστήσει τις ΗΠΑ κόμβο τεχνητής νοημοσύνης, κρυπτονομισμάτων και ορυκτών καυσίμων.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου και φυσικού αερίου από οποιαδήποτε χώρα στη Γη και θα το χρησιμοποιήσουμε». «Αυτό όχι μόνο θα μειώσει το κόστος σχεδόν όλων των αγαθών και υπηρεσιών, αλλά θα κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες μια κατασκευαστική υπερδύναμη».
Ακολούθως εξέφρασε την πρόθεσή του να ζητήσει την μείωση των τιμών πετρελαίου από την Σαουδική Αραβία και τον ΟΠΕΚ, ενώ εγγυήθηκε τον εφοδιασμό της Ευρώπης με LNG (Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο). Τοιουτοτρόπως δεν δύναται να παροραθεί η επιβολή «δασμών 25% στις εισαγωγές προϊόντων από τον Καναδά και το Μεξικό και επιπλέον 10% στους υφιστάμενους δασμούς στα κινέζικά προϊόντα» ως μέτρο περιορισμού ή διακοπής των ροών «ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ». Ενώ και οι άμεσες απειλές για την ενσωμάτωση της Γροιλανδίας και της διώρυγας του Παναμά, επιβεβαιώνουν κατά το πλείστον τη μερκαντιλιστική λογική του Τραμπ.
Αναγνωρίζοντας την απουσία της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας και τον περιορισμένο λειτουργικό χαρακτήρα του Ευρωπαϊκό εγχειρήματος, επαναφέρει τους Ευρωπαίους στην αφετηριακή κρατοκεντρική τους βάση, καλώντας τους να γίνουν αγορές για τα αμερικανικά προϊόντα:
«Το μόνο πράγμα που μπορούν να κάνουν γρήγορα είναι να αγοράσουμε το πετρέλαιο και το φυσικό αέριό μας».
Υπό την απειλή των εμπορικών δασμών, ο Τραμπ αντιλαμβάνεται την ΕΕ ως ένα σύνολο ετερόκλητων κρατών, τα οποία πρέπει να αντιμετωπίζονται μεμονωμένα, ανάλογα με το ειδικό τους βάρος στη διεθνή πολιτική. Ήδη από την προεκλογική του εκστρατεία, είχε επανειλημμένα καταγγείλει το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έναντι της ΕΕ, παρομοιάζοντάς τη με μια «μικρή Κίνα» που «εκμεταλλεύεται» την ισχυρότερη οικονομία του κόσμου. Με την ανάληψη της προεδρίας, ξεκαθάρισε ότι οι Ευρωπαϊκές χώρες θα βρεθούν αντιμέτωπες με τελωνειακούς δασμούς, τους οποίους χαρακτήρισε ως «το μοναδικό μέσο» των ΗΠΑ για να διασφαλίσουν μια «δίκαιη μεταχείριση».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση «είναι πολύ κακή για εμάς. Μας μεταχειρίζεται πολύ άσχημα. Δεν εισάγει αυτοκίνητά μας ή αγροτικά προϊόντα μας. Στην πραγματικότητα δεν παίρνουν τίποτα σπουδαίο».
Εκτός από τις δασμολογικές απειλές θα πρέπει να προσμετρήθουν η έξοδος από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, η αποχώρηση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και η αξίωση της Ουάσιγκτον για αύξηση των αμυντικών δαπανών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στο 5% του ΑΕΠ τους από το 2% σήμερα. Η αβεβαιότητα-ρευστότητα του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος αυξάνεται και από τις εσωτερικές πιέσεις που υφίστανται σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο οι ακρογωνιαίοι του πυλώνες, Βερολίνο-Παρίσι, επαληθεύοντας τη διαπίστωση του πρώην Γάλλου πρόεδρου Ζακ Σιράκ :
«Όταν η Γαλλία και η Γερμανία προχωρούν, όλη η Ευρώπη προχωρά. Όταν δεν το κάνουν, σταματάει».
Λογικό συνεπακόλουθο είναι η αναζήτηση διαύλων επικοινωνίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την διαμόρφωση ενός κοινού πλαισίου δράσης.
«Θέλουμε να ανοίξουμε δίαυλο επικοινωνίας μαζί τους και να δούμε πώς θα κινηθούμε. Η προτεραιότητα είναι να το συζητήσουμε νωρίς, να μιλήσουμε για τα κοινά συμφέροντα και μετά να είμαστε έτοιμοι για διαπραγμάτευση», δήλωσε η εκπρόσωπος της Επιτροπής για την κλιματική αλλαγή και την ενέργεια, Άννα-Κάισα Ιτκόνεν.
Εν κατακλείδι, ανεξάρτητα από τις επικείμενες οικονομικοπολιτικές εξελίξεις στον γαλλογερμανικό άξονα, το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα οφείλει να αναπτύξει στρατηγικές ανθεκτικότητας, προκειμένου να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις κρίσεις και να επιτυγχάνει τη βέλτιστη λειτουργική του ανάκαμψη. Αυτό αφορά τόσο έναν πιθανό δασμολογικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, όσο και τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης, την οποία επιχειρεί να αναστρέψει μέσω της αβέβαιης, ως προς την αποτελεσματικότητά της, πράσινης ενέργειας. Σε διαφορετική περίπτωση, οι πολιτικές απο-ολοκλήρωσης και η αρνητική εκχείλιση που περιγράφουν οι νεο-νεολειτουργιστές θα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στη θεωρητική αντιπαράθεση μεταξύ νεοφιλελεύθερων και νεοδιακυβερνητιστών, αναδεικνύοντας τη εφήμερη φύση των πραγματιστικών συμφερόντων.