

Η ιστορία έγραφε το έτος 1985 όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αναδείχθηκε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Σοβιετική Ένωση και ανέλαβε πρωτοβουλίες για τον πυρηνικό αφοπλισμό, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ του τότε Προέδρου Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ακολούθησαν πολλά και ιστορικά γεγονότα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό φέρουν την υπογραφή του Γκορμπατσόφ:
Η Επανένωση της Γερμανίας, την οποία ο ίδιος διαπραγματεύθηκε με τον Χέλμουτ Κολ, ενταφιάζοντας οριστικά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Η πολιτική της Περεστρόϊκα («Ανασυγκρότηση») και της Γκλασνόστ («Διαφάνεια»), με την οποία τερματιζόταν η απολυταρχία του κομμουνιστικού καθεστώς. Ο Γκορμπατσόφ θα μείνει στην ιστορία ως ο ηγέτης του Κρεμλίνου, που επέτρεψε όχι μόνο την κατάρρευση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ) και τελικά την Επανένωση της Γερμανίας, αλλά και την αυτοδιάθεση όλων των χωρών του ανατολικού μπλοκ – το δικαίωμά τους να απαλλαγούν από την κηδεμονία της Μόσχας.
Μέσα σε λίγα χρόνια θα βιώσει και ο ίδιος τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την αποκαθήλωση.
Ενώ οι Γερμανοί τον υποδέχονταν μέχρι και σήμερα με την προσφώνηση «Γκόρμπι, Γκόρμπι», ενώ γινόταν όλο και πιο δημοφιλής στο εξωτερικό, ο Γκορμπατσόφ γρήγορα έχασε το κύρος και την αξιοπιστία του στην ίδια του την πατρίδα.Έγινε “έρμαιο που χάνει την πρωτοβουλία των κινήσεων” όπως σημειώνει ο συγγραφέας Ίγκνατς Λότσο στη βιογραφία “Γκορμπατσόφ, ο αναμορφωτής”, για να προσθέσει ότι “το λάθος του ήταν πως εξακολουθούσε να εμπιστεύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα”. πιστεύοντας ότι μπορεί να το αλλάξει.
Μέχρι σήμερα, πολλοί Ρώσοι περιφρονούν τον Γκορμπατσόφ, τον θεωρούν “νεκροθάφτη” της Σοβιετικής Ένωσης, της άλλοτε ακμαίας υπερδύναμης που κατάφερε να νικήσει, να ταπεινώσει και τελικά να καταστρέψει τον χιτλεροφασισμό στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το πολιτικό τέλος του Γκορμπατσόφ επισφραγίστηκε το 1991, όταν οι τελευταίοι υπερασπιστές της “νομενκλατούρας” επιχείρησαν να τον ανατρέψουν, αλλά βρήκαν μπροστά τους τον Μπόρις Γιέλτσιν, που εκδίωξε τους επίδοξους πραξικοπηματίες, για να ανέλθει ο ίδιος στην εξουσία, ελλείψει άλλης εναλλακτικής λύσης. Σήμερα ζούμε σε μια άλλη εποχή για τη Ρωσία και τις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες. Οι πόλεμοι σε Τσετσενία, Γεωργία και τώρα στην Ουκρανία έχουν αλλάξει τα πάντα στην περιοχή εκείνη αλλά και στον κόσμο.
Ο Γκορμπατσόφ τελευταία έβλεπε με θετικό μάτι τις διεθνείς κινήσεις του Πούτιν, ο οποίος ήθελε να βγάλει τη Ρωσία από την απομόνωση και να την επαναφέρει, ως σημαντικό παράγοντα στη διεθνή σκακιέρα. Όμως τον επέκρινε για δεσποτισμό και αυταρχισμό στα εσωτερικά.
Τώρα πλέον ο πρωτεργάτης της ελευθερίας των Ανατολικών χωρών ανήκει στην ιστορία, ίσως ανήκε προ πολλού.
Ο βιογράφος του Λότσο σκιαγραφεί με ιδιαίτερη επιμέλεια την προσωπικότητά του, τον ιδιαίτερο ρόλο της συζύγου του Ραΐσα, που έφυγε νωρίς νικημένη από τον καρκίνο, αλλά και την ασυνήθιστη σταδιοδρομία του Γκορμπατσόφ, που ξεκίνησε ως στρυφνός κομματικός αξιωματούχος στη Σταυρούπολη, με όλα τα προνόμια, για να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους μεταρρυθμιστές του 20ού αιώνα. Ο Γκορμπατσόφ χάρισε την ελευθερία σε 164 εκατομμύρια ανθρώπους, παρατηρεί ο Λότσο και εξηγεί αναλυτικά: «38 εκατομμύρια Πολωνούς, 16 εκατ. Τσέχους και Σλοβάκους, 23 εκατ. Ρουμάνους, 9 εκατ. Βούλγαρους, άλλους τόσους Ούγγρους και βέβαια 16 εκατ. Γερμανούς στη ΛΔΓ. Αυτή είναι ίσως και η μεγάλη του προσφορά προς την Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό είναι βέβαιο ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των λαών, του το οφείλει και θα του το αναγνωρίζει.