
Μελέτη που παρουσιάστηκε στο Πανεπιστημίου Πατρών καταγράφει 7,5 φορές υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου στα Ιόνια σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα, ενισχύοντας την ανάγκη δημιουργίας Μόνιμου Παρατηρητηρίου Λεπτοσπείρωσης. Συνολικά, η μελέτη καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις στη γεωγραφική κατανομή της λεπτοσπείρωσης, με τα Ιόνια Νησιά να εμφανίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα. Παράλληλα, αναδεικνύει ως ομάδες με μεγαλύτερη συμμετοχή στα καταγεγραμμένα περιστατικά τους άνδρες και τις ηλικίες 45–64 ετών, ενώ εντοπίζει αυξημένη εμφάνιση της νόσου τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο.
Για την ΕΛΑΣ, τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την ανάγκη για σταθερή επιδημιολογική επιτήρηση, συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών και οργανωμένες παρεμβάσεις πρόληψης, με ιδιαίτερη έμφαση στη Ζάκυνθο, όπου η επιβάρυνση χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα αυξημένη. Η ΕΛΑΣ υποστηρίζει ότι τα επιστημονικά ευρήματα επιβεβαιώνουν την ορθότητα της ομόφωνης απόφασης του Περιφερειακού Συμβουλίου Ιονίων Νήσων, η οποία, όπως επισημαίνει, παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς υλοποίηση. Στην ανακοίνωσης της ΕΛΑΣ, μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Τα νέα επιστημονικά δεδομένα προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην ομόφωνη απόφαση 232-33/13.12.2025 του Περιφερειακού Συμβουλίου Ιονίων Νήσων για τη δημιουργία Μόνιμου Παρατηρητηρίου Λεπτοσπείρωσης σε επίπεδο Περιφέρειας. Η απόφαση αυτή δεν αφορούσε μόνο τη Ζάκυνθο, αλλά το σύνολο των Ιονίων Νήσων, με στόχο τη συστηματική παρακολούθηση της νόσου, τον συντονισμό των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και την εφαρμογή οργανωμένων μέτρων πρόληψης.
Η νέα επιδημιολογική μελέτη δικαιώνει πλήρως την ουσία αυτής της πρωτοβουλίας. Η καταγραφή τόσο μεγάλης γεωγραφικής διαφοροποίησης στον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου αναδεικνύει την ανάγκη ενός μόνιμου μηχανισμού επιτήρησης, που θα συνδέει την επιστημονική γνώση με συγκεκριμένες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας. Η λειτουργία ενός τέτοιου Παρατηρητηρίου θα μπορούσε να αξιοποιεί την προσέγγιση «Ενιαία Υγεία» (One Health), συντονίζοντας τις υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας, τις κτηνιατρικές υπηρεσίες, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τα ερευνητικά ιδρύματα. Παρά τη σημασία της, η απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς υλοποίηση. Και αυτό παρότι το ζήτημα έφθασε στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας μέσω της κοινοβουλευτικής ερώτησης του βουλευτή Ανδρέα Παναγιωτόπουλου και άλλων έντεκα βουλευτών, με την οποία τέθηκε η ανάγκη αντιμετώπισης της αυξημένης επιδημιολογικής επιβάρυνσης της Ζακύνθου και δημιουργίας του Παρατηρητηρίου. Η νέα μελέτη ενισχύει πλέον με συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα την αναγκαιότητα αυτής της πρωτοβουλίας. Στο μεταξύ, κατά το 2026, στη Ζάκυνθο έχουν καταγραφεί πέντε κρούσματα λεπτοσπείρωσης και δύο θάνατοι, γεγονός που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα του προβλήματος. (…)
Με μια ομόφωνη απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, μια νέα επιστημονική μελέτη που επιβεβαιώνει την ιδιαίτερα αυξημένη επιβάρυνση των Ιονίων Νήσων και σοβαρά περιστατικά στη Ζάκυνθο, το ερώτημα είναι πλέον συγκεκριμένο: Γιατί δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί η απόφαση για τη δημιουργία Μόνιμου Παρατηρητηρίου Λεπτοσπείρωσης στα Ιόνια Νησιά; Και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να μετατρέψει την επιστημονική γνώση και τις θεσμικές αποφάσεις σε οργανωμένη πρόληψη και ουσιαστική προστασία της υγείας των πολιτών;»