
Υπάρχει όμως ένα νούμερο μέσα στα δεδομένα που δεν έγινε πρωτοσέλιδο κι όμως λέει ίσως περισσότερα από όλα τα υπόλοιπα: σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν κατακτά το βασικό επίπεδο λειτουργικού γραμματισμού στα Μαθηματικά και την Κατανόηση Κειμένου. Το νούμερο σοκάρει όταν το διαβάζεις σε μια στατιστική. Δεν αιφνιδιάζει, όμως, κανέναν από εμάς που μπαίνουμε καθημερινά μέσα στην τάξη.
Εδώ βρίσκεται, ίσως, το πραγματικό χάσμα του ελληνικού σχολείου: όχι ανάμεσα στην Ελλάδα και τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, αλλά ανάμεσα σε αυτό που το σχολείο νομίζει ότι διδάσκει και σε αυτό που ο μαθητής μπορεί πραγματικά να κάνει με αυτή τη γνώση. Ένα παιδί μπορεί να περάσει χρόνια αντιγράφοντας τύπους και κανόνες, να πάρει καλό βαθμό στο διαγώνισμα και, λίγο αργότερα, να βρεθεί εντελώς αβοήθητο μπροστά σε ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσει κριτικά ή σε ένα πρόβλημα που δεν μοιάζει με τα πρότυπα της άσκησης. Θυμάμαι μαθητές που είχαν πάρει άριστα σε διαγώνισμα γραμματικής. Έκλιναν σωστά κάθε ρήμα, ήξεραν απ’ έξω τον κανόνα, μπορούσαν να εντοπίσουν το σωστό σε μια άσκηση πολλαπλής επιλογής. Κι όμως, μπροστά σε ένα απλό αίτημα να γράψουν μια πρόταση με δικά τους λόγια, σε μια πραγματική περίσταση, έμεναν με το στυλό στον αέρα. Δεν ήταν άγνοια. Ήταν κάτι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί: είχαν μάθει να απαντούν σε ερωτήσεις, όχι να χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Το διαγώνισμα το πέρασαν με επιτυχία. Η ζωή έξω από αυτό δεν έκανε την ίδια ερώτηση.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια αποτελέσματα αναδεικνύουν και ένα ακόμη ανησυχητικό στοιχείο: οι μαθητές στην Ελλάδα δηλώνουν πολύ χαμηλή υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς μέσα στην τάξη, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Δύο ευρήματα που μοιάζουν διαφορετικά, αλλά στην πραγματικότητα μιλούν για το ίδιο πρόβλημα. Ένα σχολείο μπορεί να προλαβαίνει να καλύψει ύλη, αλλά να μην προλαβαίνει να χτίσει κατανόηση. Η ύλη κυλά, οι σελίδες τελειώνουν, τα διαγωνίσματα γράφονται και οι βαθμοί μπαίνουν. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, όμως, μπορεί να χαθεί το σημαντικότερο ερώτημα. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται κι έξω από την τάξη: γεμίζουμε τον χρόνο του παιδιού με δραστηριότητα πάνω σε δραστηριότητα, βλέποντας κάθε φορά το επόμενο δέντρο, χωρίς ποτέ να σταθούμε να δούμε το δάσος. Κατάλαβε πραγματικά ο μαθητής; Και ακόμη περισσότερο: μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό που κατάλαβε; Γιατί η εκπαίδευση δεν ολοκληρώνεται όταν ο μαθητής θυμάται έναν κανόνα. Ολοκληρώνεται όταν μπορεί να τον αξιοποιήσει χωρίς να του υποδείξει κάποιος πού και πώς.
Κι όμως, μέσα στα ίδια αποτελέσματα υπάρχει και κάτι ενθαρρυντικό. Σχολικές μονάδες, οι περισσότερες δημόσιες, κατάφεραν στις Φυσικές Επιστήμες να πετύχουν αποτελέσματα πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ακόμη και σε περιοχές με χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Αυτό έχει σημασία. Γιατί δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι ούτε μοιραίο ούτε αποκλειστικά ζήτημα χρημάτων. Υπάρχουν σχολεία, εκπαιδευτικοί και μαθητές που αποδεικνύουν ότι μπορεί να γίνει αλλιώς. Το ζήτημα είναι τι επιλέγουμε να θεωρούμε επιτυχία. Έναν υψηλό βαθμό; Την ολοκλήρωση της ύλης; Την αποστήθιση ενός κανόνα; Ή έναν μαθητή που, όταν βγει από την τάξη, μπορεί να διαβάσει, να κρίνει, να υπολογίσει, να επιχειρηματολογήσει, να λύσει ένα πρόβλημα που δεν έχει ξαναδεί; Η αξιολόγηση θα ξανάρθει. Με νέο μέσο όρο, νέα κατάταξη, νέα γραφήματα και, πιθανότατα, νέο πρωτοσέλιδο. Το ερώτημα όμως δεν αλλάζει από χρονιά σε χρονιά και δεν το απαντά καμία στατιστική: Όταν ο μαθητής κλείσει το βιβλίο, ξέρει τι να κάνει με αυτό που έμαθε; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε ο βαθμός στο διαγώνισμα δεν ήταν επιτυχία. Ήταν απλώς μια καλή απόδοση σε λάθος ερώτηση.