

Εμπορικές συμφωνίες ίσως, αλλά και αυτές χωρίς σπουδαίο αντίκτυπο. Τα του πολέμου στον Κόλπο: Ο κ. Τραμπ δήλωσε ότι η Κίνα δεσμεύτηκε να μην εξοπλίζει το Ιράν, κάτι όμως που η άλλη πλευρά απέφυγε να επιβεβαιώσει. Για την Ταϊβάν οι θέσεις και των δύο έμειναν αμετάβλητες. Εκείνο που πρέπει να μας εντυπωσιάζει σαν Έλληνες, είναι η γνώση ενός Κινέζου Προέδρου για τον Θουκυδίδη. Μπορεί το συγκεκριμένο ρητό να έχει αμερικανικές ρίζες, όμως βασίζεται σε άποψη του Έλληνα Αρχαίου μεγάλου Ιστορικού για τα αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου. Ένας ηγέτης μιας μεγάλης χώρας με τεράστιο πολιτισμό 5000 χρόνων να κάνει αναφορά στο Θουκυδίδη στη συνάντηση με τον Αμερικανό Πρόεδρο, για να του επισημάνει την “παγίδα” που οι δύο χώρες πρέπει να αποφύγουν, μας εντυπωσιάζει και μας ανεβάζει ως πολιτισμό. Άλλο αν πολλοί από μας ούτε καν το γνωρίζαμε.
Επίκληση, λοιπόν, στην “Παγίδα του Θουκυδίδη” έκανε ο Πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, κατά τη διάρκεια της διμερούς συνάντησής του με τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, στο Πεκίνο. Με αυτή την αναφορά, ο Σι θέλησε να υπογραμμίσει τους κινδύνους από την όλο και αυξανόμενη αντιπαλότητα ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, καλώντας αντί για σύγκρουση σε συνεργασία και συνεννόηση.
Η συνάντηση αποτέλεσε τη δεύτερη επίσκεψη του Τραμπ στην Κίνα και την πρώτη του σε 9 χρόνια, πραγματοποιούμενη σε μια περίοδο κλιμάκωσης γεωπολιτικών εντάσεων, εμπορικών διαφορών, τεχνολογικών περιορισμών και εντεινόμενου ανταγωνισμού μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου. Ανοίγοντας τη συζήτηση, ο Σι χαρακτήρισε το μέλλον των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ ως ένα από τα καθοριστικά ζητήματα της εποχής μας. “Εάν η Κίνα και οι ΗΠΑ μπορούν να ξεπεράσουν την λεγόμενη ” Παγίδα του Θουκυδίδη” και να δημιουργήσουν μια νέα ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων• εάν μπορούμε να ενώσουμε τα χέρια για να αντιμετωπίσουμε τις παγκόσμιες προκλήσεις και να εισφέρουμε μεγαλύτερη σταθερότητα στον κόσμο• εάν μπορούμε να προωθήσουμε την ευημερία των λαών των δύο χωρών μας και το μελλοντικό πεπρωμένο της ανθρωπότητας, και να δημιουργήσουμε από κοινού ένα καλύτερο μέλλον για τις διμερείς σχέσεις”, δήλωσε ο Σι στις εναρκτήριες παρατηρήσεις το
Ο όρος “Παγίδα του Θουκυδίδη” έχει γίνει όλο και περισσότερο μέρος της παγκόσμιας συζήτησης γύρω από τις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ, ιδιαίτερα υπό την ηγεσία του Σι. Με απλά λόγια, η θεωρία περιγράφει μια επικίνδυνη κατάσταση στην οποία μια καθιερωμένη παγκόσμια δύναμη απειλείται από την ταχεία άνοδο μιας άλλης δύναμης, ωθώντας τελικά και τις δύο πλευρές σε αντιπαράθεση ή ακόμα και πόλεμο. Η Κίνα δεν βλέπει τον εαυτό της ως ένα απλό κράτος ανάμεσα σε άλλα. Στη δική της ιστορική και πολιτική αντίληψη, αποτελεί το φυσικό κέντρο ισχύος της Ασίας και, πλέον, έναν από τους βασικούς πυλώνες του παγκόσμιου συστήματος. Η κινεζική κοσμοθεώρηση είναι βαθιά ιστορική, στρατηγική και ιεραρχική. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το ίδιο το όνομα της χώρας στα κινεζικά, Zhōngguó, σημαίνει «Χώρα του κέντρου». Η ονομασία αυτή αντανακλά μια ολόκληρη πολιτισμική λογική, σύμφωνα με την οποία η Κίνα υπήρξε επί αιώνες ο φυσικός πυρήνας της Ανατολικής Ασίας, με τους γύρω λαούς να κινούνται μέσα στη δική της σφαίρα επιρροής. Πρόκειται άλλωστε για έναν από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της ανθρωπότητας, με ιστορία τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ετών. Για αιώνες, η Κίνα υπήρξε το οικονομικό, πολιτισμικό και τεχνολογικό κέντρο της Ανατολής, επηρεάζοντας βαθιά όλη την περιοχή, από την Κορέα και την Ιαπωνία έως το Βιετνάμ. Ωστόσο, τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου, η αυτοκρατορία εισήλθε σε βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση. Η περίοδος αυτή έμεινε γνωστή στην κινεζική ιστοριογραφία ως ο «Αιώνας της ταπείνωσης» (1839–1949).Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Κίνα υπέστη στρατιωτικές ήττες, άνισες συνθήκες και εδαφικές απώλειες από τις δυτικές αποικιακές δυνάμεις και την Ιαπωνία, οι οποίες δεν δίστασαν να εκμεταλλευτούν την αδυναμία μιας καταρρέουσας αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη της Νανκίνγκ το 1842 και η παραχώρηση του Χονγκ Κονγκ στη Βρετανία αποτέλεσαν την πρώτη μεγάλη ταπείνωση της αυτοκρατορίας. Ακολούθησε ο Πρώτος Σινοϊαπωνικός Πόλεμος (1894–1895), που σηματοδότησε την απώλεια της κινεζικής επιρροής στην Ανατολική Ασία, ενώ η ιαπωνική κατοχή της Μαντζουρίας το 1931 και στη συνέχεια, η βίαιη κατοχή μεγάλου μέρους της χώρας από το 1937 έως το 1945 παραμένουν ακόμη ανοιχτές ιστορικές πληγές για την κινεζική συλλογική μνήμη. Στο ίδιο πλαίσιο, εντάσσεται και το ζήτημα της Ταϊβάν, όπου κατέφυγαν οι εθνικιστές του Τσανγκ Κάι Σεκ, το 1949, μετά την ήττα τους από τον Μάο Τσε Τουνγκ στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο. Για το Πεκίνο, η ύπαρξη μιας ανεξάρτητης Ταϊβάν δεν αποτελεί απλώς γεωπολιτικό πρόβλημα, αλλά διαρκή υπενθύμιση μιας περιόδου εθνικού διαμελισμού και αδυναμίας. Η κινεζική ισχύς δεν εκφράζεται κυρίως μέσω στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Η Κίνα επεκτείνει την επιρροή της μέσω οικονομικής διείσδυσης στον τομέα των υποδομών σε άλλες χώρες. Η πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» έχει επεκταθεί σε περισσότερες από 150 χώρες, με επενδύσεις που υπολογίζονται σε πάνω από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια. Από το λιμάνι του Γκουαντάρ στο Πακιστάν, μέχρι σιδηροδρομικά και ενεργειακά έργα στην Αφρική, το Πεκίνο οικοδομεί ένα παγκόσμιο δίκτυο εμπορικών και στρατηγικών εξαρτήσεων.
Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρώπη. Πέρα από την κυριαρχία των κινεζικών προϊόντων στις αγορές, το Πεκίνο επενδύει στρατηγικά σε κρίσιμες υποδομές. Το λιμάνι του Πειραιά αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσω της COSCO, η Κίνα απέκτησε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους της Μεσογείου, μετατρέποντας τον Πειραιά σε βασική πύλη εισόδου κινεζικών προϊόντων προς την ευρωπαϊκή αγορά. Δεν πρόκειται απλώς για επιχειρηματική επένδυση, αλλά για γεωοικονομική παρουσία στην καρδιά της Ευρώπης.
Η Κίνα γνωρίζει τις αδυναμίες της Δύσης: την έλλειψη ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής, την πολιτική πόλωση στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη δυσκολία των δυτικών κοινωνιών να διαχειριστούν μακροχρόνιους ανταγωνισμούς. Και γνωρίζει επίσης ότι ελάχιστοι θα τολμούσαν μια άμεση στρατιωτική ή οικονομική σύγκρουση με μια δύναμη αυτού του μεγέθους. Μέσα από αυτή τη λογική, το Πεκίνο δεν επιχειρεί απλώς να συμμετάσχει στο υπάρχον διεθνές σύστημα. Επιχειρεί να το αναδιαμορφώσει εκ των έσω, επαναφέροντας την Κίνα στη θέση που θεωρεί ιστορικά φυσική: στο κέντρο του κόσμου. Το πόσα αντιλαμβάνεται από αυτά ο Αμερικανός Πρόεδρος ή πόσο ακούει τους συμβούλους του, θα φανεί στο μέλλον. Σίγουρα στην Αμερική υπάρχουν άνθρωποι που αναλύουν διαχρονικά τις σχέσεις Αμερικής Κίνας. Για την Ευρώπη ανοίγεται μια ευκαιρία καλών σχέσεων με την Κίνα σε μια εποχή που οι σχέσεις με τις ΗΠΑ δοκιμάζονται. Ας ελπίσουμε ότι θα αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες.