
Η προοπτική ενός δύσκολου ενεργειακά χειμώνα ενδέχεται να ανατρέψει τον σχεδιασμό της κυβέρνησης μετά τη ΔΕΘ. Η εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια δημιουργεί τον κίνδυνο οι εξαγγελθείσες φοροελαφρύνσεις να εξανεμιστούν, μετατρεπόμενες στην ουσία σε ένα έμμεσο «επίδομα ακρίβειας» για τα νοικοκυριά.
Το αργό πετρέλαιο τύπου Brent ανέκτησε το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, αγγίζοντας μέσα στην εβδομάδα επίπεδα κοντά στα 110 δολάρια. Η άνοδος αυτή τροφοδοτείται από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, όπου οι επιθέσεις σε υποδομές ενέργειας και κρίσιμα θαλάσσια περάσματα προκαλούν έντονη ανησυχία για τη σταθερότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Τα κρίσιμα σημεία της κατάστασης
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου θέτει σε άμεσο κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των φοροελαφρύνσεων που προωθεί η κυβέρνηση.
Παρά τις ανακοινώσεις στη ΔΕΘ για ενίσχυση των εισοδημάτων, η διεθνής συγκυρία στην αγορά ενέργειας απειλεί να ακυρώσει τα οφέλη αυτά.
Η επιβάρυνση του ενεργειακού κόστους επιδρά καταλυτικά στις μεταφορές και την παραγωγική διαδικασία, οδηγώντας σε αυξήσεις στις τελικές τιμές των καταναλωτικών αγαθών.
Η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη στις διεθνείς κρίσεις, γεγονός που εγκυμονεί σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι πολίτες να βιώσουν την ακρίβεια πριν προλάβουν να αντιληφθούν τα θετικά αποτελέσματα των κυβερνητικών μέτρων.
Η κυβέρνηση προσήλθε στη Θεσσαλονίκη με ένα σαφές πολιτικό στοίχημα: να πείσει ότι οι ελαφρύνσεις και οι αυξήσεις εισοδημάτων που δρομολογούνται θα βελτιώσουν σταδιακά το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, αλλάζοντας το πολιτικό κλίμα ενόψει των εκλογών. Ωστόσο, υπάρχει ένας εξωγενής παράγοντας που δεν επηρεάζεται από δημοσκοπήσεις ή πολιτικές αντιπαραθέσεις: η διεθνής ενεργειακή αγορά, η οποία στέλνει ήδη ανησυχητικά μηνύματα.
Την ώρα που το Brent κινείται ανοδικά, το φυσικό αέριο στην Ευρώπη καταγράφει τις υψηλότερες τιμές του από τα τέλη του 2022, ενώ τα αποθέματα της ηπείρου ξεκινούν την περίοδο του χειμώνα υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης. Αυτό συνιστά το πρώτο μεγάλο εμπόδιο για την κυβερνητική στρατηγική.
Η ΔΕΘ και η εξίσωση των εισοδημάτων
Οι εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη στηρίζονται σε μια συγκεκριμένη λογική: ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων και αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις. Θεωρητικά, το πλάνο αυτό φαίνεται ορθό. Το πρόβλημα ανακύπτει αν το επιπλέον διαθέσιμο ποσό των 50 ή 100 ευρώ τον μήνα απορροφηθεί άμεσα από το κόστος των καυσίμων, των ειδών πρώτης ανάγκης και των λογαριασμών ενέργειας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κυβέρνηση θα προβάλλει την αύξηση του εισοδήματος, αλλά ο πολίτης θα αντιλαμβάνεται τη μείωση της αγοραστικής του δύναμης, γεγονός που στην πολιτική πρακτική αποδεικνύεται καθοριστικό.
Η αλυσιδωτή αντίδραση της ακρίβειας
Το ακριβό πετρέλαιο δεν επηρεάζει μόνο την τιμή της βενζίνης, αλλά πυροδοτεί ένα ντόμινο αυξήσεων στις μεταφορές, την παραγωγή και τις πρώτες ύλες. Αυτό επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και τελικά το ράφι, αναζωπυρώνοντας τον πληθωρισμό. Οι ευρωπαϊκές αγορές φοβούνται ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν υψηλά ή να αυξήσουν περαιτέρω τα επιτόκια. Συνεπώς, ο πολίτης κινδυνεύει να επιβαρυνθεί ταυτόχρονα από το ρεύμα, τη βενζίνη και τα στεγαστικά δάνεια, μια τριπλή πίεση που δύσκολα εξουδετερώνεται από μεμονωμένες φοροελαφρύνσεις.
Ο αστάθμητος παράγοντας του χειμώνα
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί για πιθανή μείωση της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου το 2026, λόγω των γεωπολιτικών συγκρούσεων. Η ταχύτατη άνοδος στις τιμές των διυλισμένων προϊόντων, όπως το diesel, πλήττει ιδιαίτερα την Ελλάδα. Παρά τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, η εξάρτηση από το ενεργειακό κόστος παραμένει ισχυρή, επηρεάζοντας κλάδους όπως ο τουρισμός, η γεωργία και η βιομηχανία, μετατρέποντας το οικονομικό πρόβλημα σε πολιτικό.
Το πολιτικό παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να αντιπαρατεθεί με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δεν διαθέτει τα εργαλεία για να διαπραγματευτεί με τις διεθνείς τιμές του Brent ή του φυσικού αερίου. Εάν η αίσθηση ότι «η οικονομία πηγαίνει καλύτερα» επισκιαστεί από τις διεθνείς ανατιμήσεις, η κυβερνητική στρατηγική κινδυνεύει να καταρρεύσει, καθώς η σειρά των γεγονότων θα λειτουργήσει εναντίον της.
Το πραγματικό τεστ για την κυβέρνηση θα διεξαχθεί κατά τους μήνες Νοέμβριο, Δεκέμβριο και Ιανουάριο. Τότε θα αποδειχθεί αν το διαθέσιμο εισόδημα θα φτάσει όντως στα νοικοκυριά ή αν θα «καταποθεί» από το νέο κύμα ενεργειακής ακρίβειας. Ανεξάρτητα από τις εξηγήσεις περί διεθνούς κρίσης, ο πολίτης, όταν καλείται να πληρώσει τον λογαριασμό, δεν ψηφίζει με βάση τις γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά με βάση την προσωπική του οικονομική κατάσταση. Έτσι, ο πιο ισχυρός αντίπαλος της κυβέρνησης μετά τη ΔΕΘ ίσως δεν είναι κάποιο πολιτικό πρόσωπο, αλλά το κόστος των 110 δολαρίων ανά βαρέλι.