
Σημειώνεται πως ο κλάδος, με επιστολή στον πρωθυπουργό, είχε θέσει στο επίκεντρο τα πάγια αιτήματά του για μείωση του ΦΠΑ διαμονής στο 6,5%, για επανεξέταση του τέλους ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση και για πρόσθετους περιορισμούς στην βραχυχρόνια μίσθωση. Επιπρόσθετα, βασικό αίτημα της ΠΟΞ είναι η διαφορετική προσέγγιση στον χωροταξικό σχεδιασμό με την αποφυγή των οριζόντιων πλαφόν, η στήριξη των μικρών ξενοδοχείων και η διατήρηση της δυνατότητας απευθείας παραχώρησης τμημάτων αιγιαλού σε όμορες τουριστικές επιχειρήσεις.
«Τα αιτήματα του ξενοδοχειακού κλάδου είναι πανελληνίως δεδομένα και πρόσφατα επικαιροποιήθηκαν μέσω της επιστολής – δήλωσης του προέδρου της ΠΟΞ, του κ. Γιάννη Χατζή. Ένα από τα βασικά αιτήματα που περιμένουμε το τελευταίο διάστημα και θεωρούμε ότι θα κάνει την τουριστική βιομηχανία πιο ανταγωνιστική είναι η μείωση του ΦΠΑ στις διαμονές. Από εκεί και πέρα, εκκρεμούν θέματα όπως είναι το καινούριο ειδικό χωροταξικό στον τουρισμό, το οποίο θέλει διευκρινίσεις και διευθετήσεις. Γενικά, δεν είμαστε ενάντια στις νέες ρυθμίσεις στον κλάδο και στις εξαγγελίες που έχουν γίνει. Απλώς θέλουμε και περισσότερα πράγματα και πιο στοχευμένα και εξειδίκευση αυτών που έχουν ανακοινωθεί μέχρι τώρα», σημειώνει ο κ. Νίκος Γκλαβάς, πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Τσιλιβί και Ανατολικής Ζακύνθου.
Ειδικότερη αναφορά ο κ. Γκλαβάς πραγματοποιεί στο τέλος ανθεκτικότητας, το οποίο, όπως τονίζει, θα πρέπει να είναι ανταποδοτικό στις τοπικές κοινωνίες. «Στα αιτήματα, επίσης, είναι η επανεξέταση του τέλους ανθεκτικότητας και η απόδοσή του στις τοπικές κοινωνίες ώστε να γίνεται ανταποδοτική η χρήση του για τις επιχειρήσεις και για τον νομό που αυτές επιχειρούν. Είναι ένα τέλος που εισπράττεται και καταβάλλεται από τους επισκέπτες μιας συγκεκριμένης περιοχής και θεωρούμε ότι μεγάλο μέρος θα πρέπει να αποδίδεται στις τοπικές κοινωνίες», υπογραμμίζει.

Σύμφωνα με τον κ. Γκλαβά, ο τουριστικός κλάδος στηρίζει σημαντικά την ελληνική οικονομία ενδυναμώνοντας τον κρατικό κορβανά, ενώ, παράλληλα, έχει προσαρμοστεί στις νέες απαιτήσεις. Με δεδομένο αυτό ζητείται η υλοποίηση των αιτημάτων του. «Ανεξάρτητα από το αν τα αιτήματα αυτά ελήφθησαν υπόψιν στις κυβερνητικές εξαγγελίες της ΔΕΘ, ο γενικότερος προβληματισμός είναι ότι αναγκαζόμαστε συνεχώς μέσω των εκπροσώπων μας να υπενθυμίζουμε ότι τα τελευταία χρόνια, μετά τα μνημόνια και την χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας, η τουριστική βιομηχανία είναι βασικός κλάδος χρηματοδότησης όλων των διεργασιών του κρατικού προϋπολογισμού. Υπό αυτό το πρίσμα, θα πρέπει οι κατά καιρούς κυβερνώντες να αφουγκράζονται όλα αυτά που συμβαίνουν. Η τουριστική βιομηχανία τα τελευταία χρόνια έχει κάνει αιτήματα τεχνοκρατικά και πραγματιστικά. Δεν ζητάμε πράγματα που είναι ουτοπικά, αλλά συγκεκριμένα σημεία που θα επιτρέψουν η τουριστική βιομηχανία να είναι πιο παραγωγική για όλους τους εμπλεκόμενους, για τους εργαζόμενους, για το κράτος και για τους επιχειρηματίες. Έχουμε ενσωματώσει οτιδήποτε έχει εξαγγελθεί για τον ξενοδοχειακό κλάδο, ειδικά όσον αφορά τις σχέσεις με το εργατικό δυναμικό, όλους τους ψηφιακούς μετασχηματισμούς που μας έχουν επιβληθεί και έχουμε φροντίσει να εφαρμόζονται με το βέλτιστο δυνατό τρόπο. Θα πρέπει κάποια στιγμή και αντίστοιχα το κράτος να αντιληφθεί τα στρεβλά της τουριστικής βιομηχανίας και ακολουθώντας τις εισηγήσεις μας, να βρεθεί δρόμος διευθέτησης όλων των ζητημάτων», υποστηρίζει.
Εστιάζοντας καταληκτικά στην τουριστική κίνηση του Σεπτεμβρίου, ο κ. Γκλαβάς κάνει λόγο για ικανοποιητική ροή επισκεπτών, αλλά και για μειωμένη καταναλωτική διάθεση. «Η κίνηση του Σεπτεμβρίου είναι, προς έκπληξή μας, κατά τι αυξημένη. Στις πρώτες δεκαπέντε ημέρες του Σεπτέμβρη συνεχίζεται μια πολύ ικανοποιητική ένταση ροών. Μεταβαίνοντας από το «πικ» του Αυγούστου στην εποχή του Σεπτέμβρη, αυτό είναι πάρα πολύ ευχάριστο. Το χαρακτηριστικό όμως που επικρατεί σε όλη τη βιομηχανία φέτος είναι ότι οι αυξημένοι επισκέπτες που φτάνουν στο νησί έχουν την διάθεση να σπαταλήσουν λιγότερα χρήματα ανά ημέρα και ανά επισκέπτη στην οποιαδήποτε δραστηριότητά τους. Είναι, κατά τη γνώμη μου, θέμα διάθεσης και όχι θέμα οικονομικής ικανότητας των επισκεπτών. Το ίδιο επίπεδο επισκεπτών που είχαμε τα προηγούμενα χρόνια συνεχίζει να έρχεται, απλά υπάρχει μια συγκράτηση όσον αφορά τις δαπάνες».