
Καρούλες εκοντέψαμε να βγάλουμε απ’ την κάψα,
πολλά από τα βράδια του μας ‘ρχότανε και κλάψα.
Ζεστός και πολυθόρυβος ο παραφουσκωμένος,
με κόλλησε και μένανε και πέφτω κορδωμένος.
Χορτάσαμε τσι μέρες του γιορτές και πανηγύρια
και διώξαμε από μέσα μας ούλα τα δηλητήρια.
Χορέψαμε, εκάμαμε, κι ούλα τα σχετικά μας,
τσου γύρους, τα τραγούδια μας, τα έτσι, τα αλλιώτικά μας.
Τα όμορφα του τουρισμού στο απόγειο τα είδα
και ζω σε μία Ζάκυνθο που άλλαξε σελίδα.
Το λάθος μου εμένανε που κατοικώ στην πόλη,
έχω και αυτή την έγνοια σας μην πείτε … κουτσομπόλη.
Κι ίσως να καταλάβατε πως ψάχνω ένα σωτήρα
και αφού κοιτάω τον Ύψιστο με λέτε θεο -τοίρα.
Υπάρχει ελπίδα ο καιρός για να καλυτερέψει,
το σύννεφο για τη βροχή, ή αργεί ή έχει στερέψει.
Δε μας τα λες φίλε καλά , μας κάνεις προπαγάνδα;
και εγώ επιμένω , ο τόπος μας χρειάζεται μπουγάδα.
Να καθαρίσει μία μπουκιά , κάπως να μπει μία τάξη,
σ’ αυτή μας την κατάσταση που Αύγουστο έχει φράξει.
Επέρασε πάει κι’ αυτός η εποχή αλλάζει ,
όμως μας μένουν θύμισες κι η φύση ακόμα βράζει.
Είχε φεγγάρια που άχνιζαν, ξεβράκωμα τα νιάτα,
βραδιές… μπουζουκοκλάρινα και με μπαλέτες πιάτα.
Τα νεύρα δεν ελείψανε τα λόγια, οι σαχλαμάρες,
οι εξυπνάδες πάμπολλες παρέα με κουταμάρες.
Και δεν το λέει ο Αύγουστος, το λεν κι οι άλλοι μήνες,
τσου δρόμους που έχουν άποψη περάσανε και ίνες.
Ούλα καλά και Άγια, ούλα σαν θέλει ο Θέος,
που να ζηε και να τα ‘βλεπε ο νόνος μου (ο Μαθέος).
Στο Κάστρο πεύκα πέφτουνε κ’ είμαστε τέλη Αυγούστου,
το λέω εγώ που δε μιλώ, έτσι για χάρη γούστου.
Είναι ένα θέμα να ακούς και τι με νοιάζει εμένα,
γιατί ούλοι να παρκάρουμε ψάχνουμε απεγνωσμένα!!!