
«Σιγά, κυρία», είπε. «Τι κάνει η μάνα μου μετά τη δουλειά; Τίποτα». Κι όμως, αυτή η μάνα δουλεύει. Έχει το δικό της ωράριο, τις δικές της υποχρεώσεις, την ίδια κούραση που έχει κάθε εργαζόμενος στο τέλος της ημέρας. Και όταν γυρίσει σπίτι, αρχίζει η δεύτερη βάρδια. Μαγειρεύει, καθαρίζει, πλένει, τακτοποιεί, φροντίζει. Όχι όταν περισσεύει χρόνος. Κάθε μέρα. Χωρίς ωράριο λήξης, χωρίς διάλειμμα, χωρίς άδεια. Και κυρίως χωρίς εκείνον τον αριθμό στο τέλος που να λέει αν τα κατάφερε καλά. Είναι δουλειά πάνω στη δουλειά. Μόνο που δεν έχει το όνομα της δουλειάς. Γι’ αυτό και, στα μάτια του παιδιού, είναι «τίποτα».
Το ενδιαφέρον είναι πως ο ίδιος μαθητής, σε μια άλλη στιγμή, θα μου περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια πόσο βαρύ είναι το δικό του πρόγραμμα. Σχολείο το πρωί. Φροντιστήριο το απόγευμα. Διάβασμα το βράδυ. Διαγώνισμα την επόμενη ημέρα. «Δεν προλαβαίνω», θα μου πει. «Δεν αντέχω άλλο». Και θα έχει δίκιο. Μόνο που υπάρχει μια παράξενη αντίφαση: το ίδιο παιδί που αναγνωρίζει αμέσως το δικό του βάρος, δυσκολεύεται να δει το βάρος του ανθρώπου που βρίσκεται δίπλα του. Δύο βάρη, δίπλα-δίπλα. Μόνο το ένα έχει μάθει να μετράει. Και δεν πρόκειται μόνο για την αντίληψη ενός παιδιού. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat και της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας (Destatis) για το 2016, στην Ελλάδα το 85% των γυναικών μαγειρεύει ή κάνει δουλειές του σπιτιού καθημερινά — αλλά μόλις το 16% των ανδρών κάνει το ίδιο, το χαμηλότερο ποσοστό ανδρικής συμμετοχής σε όλη την Ευρώπη. Δεν είναι, δηλαδή, ένα μεμονωμένο παιδί που δεν βλέπει τη δουλειά της μάνας του. Είναι μια ολόκληρη κοινωνία που έχει συμφωνήσει, σιωπηλά, να μην τη μετράει.
Δεν νομίζω ότι το πρόβλημα είναι η σκληρότητα του παιδιού. Είναι, περισσότερο, ζήτημα λεξιλογίου. Κανείς δεν του έμαθε να αναγνωρίζει μια δουλειά που δεν έχει ωράριο, μισθό ή βαθμό. Να καταλαβαίνει ότι υπάρχουν πράγματα που απαιτούν χρόνο, ενέργεια και αντοχή, χωρίς να καταγράφονται πουθενά. Κι εδώ αρχίζει η δική μας ευθύνη. Γιατί κι εμείς, γονείς και εκπαιδευτικοί, συχνά πέφτουμε στην ίδια παγίδα. Γεμίζουμε το πρόγραμμα του παιδιού: φροντιστήριο, ξένη γλώσσα, άθλημα, μουσική, δραστηριότητες. Το γεμάτο πρόγραμμα μοιάζει με φροντίδα. Η διαρκής απασχόληση μοιάζει με προσπάθεια. Οι πολλές ώρες μοιάζουν με επένδυση. Μόνο που δεν ξέρουμε πάντα τι ακριβώς επενδύουμε. Βλέπουμε πόσες ώρες κάνει μάθημα, πόσα διαγωνίσματα γράφει, πόσες δραστηριότητες χωράει η εβδομάδα του. Όχι πάντα αν αυτό που κάνει τού ταιριάζει. Αν το χρειάζεται. Αν το αντέχει. Αν κάτι από όλα αυτά τού δίνει χαρά. Έτσι φτάνουμε σε έναν παράξενο καθρέφτη: η ίδια λογική που κάνει το παιδί να μη βλέπει τη δουλειά της μάνας του, μπορεί να κάνει κι εμάς να μη βλέπουμε το ίδιο το παιδί.
Μόνο ό,τι έχει ωράριο; Μόνο ό,τι εξετάζεται; Μόνο ό,τι βαθμολογείται; Μόνο ό,τι αφήνει πίσω του ένα αποτέλεσμα που μπορούμε να δείξουμε; Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν όλη μέρα και συνεχίζουν να δουλεύουν όταν επιστρέφουν σπίτι. Υπάρχουν παιδιά που κουράζονται χωρίς να μαθαίνουν. Υπάρχουν γονείς που φροντίζουν χωρίς να το γράφει κανένα πρόγραμμα. Και υπάρχουν πράγματα πολύ σημαντικά που δεν παίρνουν ποτέ βαθμό. Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο χρήσιμα μαθήματα που μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά: να μάθουν να βλέπουν τον κόπο ακόμη κι όταν δεν βαθμολογείται. Γιατί η πιο αόρατη δουλειά δεν είναι πάντα αυτή που γίνεται λιγότερο. Είναι αυτή που έχουμε μάθει να μη βλέπουμε.