
Στη στιγμή εκείνη δεν μετράει η παιδαγωγική. Μετράει η αριθμητική.
Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών μιλάει για κριτική σκέψη, διάλογο, αναστοχασμό — λέξεις που κάθε εκπαιδευτικός θα υπέγραφε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το πρόβλημα δεν είναι το περιεχόμενο. Είναι η στιγμή που το περιεχόμενο συναντά το ωρολόγιο πρόγραμμα, την οργανική σύνθεση, τον αριθμό δέκα.
Γιατί δέκα; Κανείς δεν ξέρει με ακρίβεια, και μάλλον ούτε αυτοί που το έγραψαν. Είναι ένας αριθμός που εξυπηρετεί τη διοίκηση: κρατά χαμηλό το κόστος, χαμηλό το ρίσκο δημιουργίας νέων τμημάτων. Η ίδια η απόφαση μάλιστα ορίζει και προθεσμία: αν οι δέκα δεν συμπληρωθούν μέχρι την πέμπτη ημέρα των μαθημάτων, το τμήμα δεν ανοίγει για τη χρονιά. Σε ένα νησί όπου ένα ολόκληρο τμήμα μπορεί να έχει δεκαπέντε μαθητές, ο αριθμός δέκα δεν είναι παιδαγωγικό κριτήριο. Είναι λογιστικό, απλώς ντυμένο με ηθική.
Και υπάρχει το δεύτερο ερώτημα: ποιος θα διδάξει την Ηθική. Αν το μάθημα ανατεθεί στον θεολόγο — όχι επειδή έχει επιμορφωθεί στην ηθική φιλοσοφία, αλλά επειδή περισσεύει στο ωράριο — τότε ο μαθητής που ζήτησε απαλλαγή από τα Θρησκευτικά βρίσκεται ξανά απέναντι στον ίδιο άνθρωπο, με άλλο τίτλο μαθήματος. Η απαλλαγή γίνεται τεχνικότητα. Ένα κουτάκι που τσεκάρεται.
Θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Ένας εκπαιδευτικός με πραγματική επιμόρφωση στην ηθική φιλοσοφία δεν θα δίδασκε απλώς έννοιες• θα άνοιγε στην τάξη πραγματικά διλήμματα — τι χρωστάει κανείς σε έναν άγνωστο, πού σταματάει η ελευθερία του ενός όπου αρχίζει του άλλου. Αυτό όμως προϋποθέτει επιμόρφωση, ώρες, ίσως και μια νέα πρόσληψη — πράγματα που κοστίζουν, και ό,τι κοστίζει δεν προβλέπεται εύκολα σε ένα ΦΕΚ. Το Πρόγραμμα Σπουδών φροντίζει το περιεχόμενο με κάθε λεπτομέρεια. Για το ποιος θα σταθεί μπροστά στην τάξη, δεν λέει τίποτα.
Δεν γράφω αυτό για να πάρω θέση υπέρ ή κατά της αλλαγής αυτής καθαυτής. Το γράφω γιατί έχω δει, πάνω από 15 χρόνια τώρα, πόσες καλές ιδέες γεννιούνται σε ένα ΦΕΚ και πεθαίνουν σε ένα ωρολόγιο πρόγραμμα. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν έχει έλλειψη οραμάτων. Έχει έλλειψη εφαρμογής. Και η εφαρμογή, σχεδόν πάντα, σκοντάφτει σε μια λεπτομέρεια σαν κι αυτή — έναν αριθμό, μια ανάθεση ωραρίου.
Και κάπως έτσι, η Ηθική κινδυνεύει να γίνει μάθημα με ελάχιστη συμμετοχή — όχι από τους μαθητές, αλλά από το ίδιο το σύστημα.