Μια μεγάλη υπόθεση οικονομικής απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με τη συνολική ζημία να υπολογίζεται σε περίπου 40 εκατομμύρια ευρώ, έφερε στο φως η Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος.

Στο πλαίσιο της έρευνας, που πραγματοποιήθηκε με εντολή του προέδρου της Αρχής, επίτιμου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη, εξετάστηκαν συνολικά 46 φυσικά πρόσωπα, καθώς και ένα ευρύ δίκτυο 152 εταιρειών.
Σύμφωνα με τα έως τώρα ευρήματα, οι συγκεκριμένες εταιρείες φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία εικονικών συναλλαγών και την υποβολή φορολογικών στοιχείων, με στόχο την εξασφάλιση παράνομων επιστροφών φόρου από το Δημόσιο.
Η δράση του συγκεκριμένου μηχανισμού φέρεται να αναπτύχθηκε κατά την περίοδο 2023-2024. Από την έρευνα προέκυψε ότι οι επιστροφές φόρου που είχαν βεβαιωθεί ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 40 εκατομμύρια ευρώ. Από το ποσό αυτό, περίπου 16 εκατομμύρια ευρώ είχαν ήδη καταβληθεί.
Η παρέμβαση της Αρχής για το Ξέπλυμα Χρήματος είχε ως αποτέλεσμα να ανακοπεί η διαδικασία περαιτέρω καταβολής χρημάτων, αποτρέποντας την επιβάρυνση του Δημοσίου με ακόμη μεγαλύτερα ποσά.
Ο ρόλος των λογιστών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του δικτύου και τον ρόλο συγκεκριμένων επαγγελματιών.
Στο επίκεντρο της έρευνας έχουν βρεθεί, μεταξύ άλλων, λογιστές και φοροτεχνικοί, οι οποίοι, σύμφωνα με τα ευρήματα της Αρχής, φέρεται να είχαν συμμετοχή στη λειτουργία του μηχανισμού.
Οι ελεγχόμενοι φέρεται να χρησιμοποιούσαν εταιρείες χωρίς ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονταν πρόσωπα που φέρεται να λειτουργούσαν ως «αχυράνθρωποι».
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την έρευνα, δημιουργήθηκε ένα σύνθετο πλέγμα εταιρειών και συναλλαγών, μέσω του οποίου επιχειρήθηκε η επιστροφή χρημάτων από το Δημόσιο χωρίς να αντιστοιχούν σε πραγματικές οικονομικές δραστηριότητες.
Τα μέχρι τώρα στοιχεία δημιουργούν ενδείξεις για τη διάπραξη σειράς σοβαρών αδικημάτων. Μεταξύ αυτών εξετάζονται η σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η απάτη σε βάρος του Δημοσίου, η φοροδιαφυγή, καθώς και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
«Πάγωσαν» νέες πληρωμές
Καθοριστική ήταν η απόφαση της Αρχής να προχωρήσει σε δέσμευση των ποσών που δεν είχαν ακόμη καταβληθεί.
Με τη σχετική διάταξη «πάγωσε» η διαδικασία είσπραξης επιπλέον χρημάτων από το Δημόσιο, περιορίζοντας έτσι την οικονομική ζημία που θα μπορούσε να προκληθεί εάν η συγκεκριμένη διαδικασία συνεχιζόταν.
Το πόρισμα της Αρχής, μαζί με τη διάταξη δέσμευσης των χρημάτων, διαβιβάστηκε στον αρμόδιο εισαγγελέα.
Πλέον η υπόθεση περνά στο επόμενο στάδιο, καθώς αναμένεται η διενέργεια ποινικής προκαταρκτικής έρευνας, προκειμένου να διερευνηθούν σε βάθος τα στοιχεία της υπόθεσης και να προσδιοριστούν τυχόν ποινικές ευθύνες των εμπλεκομένων προσώπων.
Η έρευνα αναμένεται να εξετάσει τον ακριβή τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε το δίκτυο των εταιρειών, τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν, αλλά και τον ρόλο κάθε προσώπου που έχει βρεθεί στο μικροσκόπιο των αρχών.