
Ήμασταν παιδιά, και το καλοκαίρι δεν το σχεδίαζε κανείς. Βαριόμασταν, χτίζαμε κόσμους μέσα στην ανία, τσακωνόμασταν και τα ξαναβρίσκαμε χωρίς διαμεσολάβηση ενήλικα. Σήμερα αυτά τα παιδιά θα θεωρούνταν παραμελημένα — κι εμείς, γονείς-εγκληματίες ανοχής. Το καλοκαίρι όμως έχει ένα όριο: τελειώνει. Ο χειμώνας όχι. Εκεί η ίδια λογική —κάθε κενό τετράγωνο του ημερολογίου είναι χαμένη ευκαιρία— γίνεται καθημερινότητα, μήνες ολόκληρους, χωρίς καν την εναλλακτική της παραλίας.
Σε λίγες μέρες ανοίγουν τα σχολεία, και μαζί τους ο γνώριμος κύκλος: αγγλικά, φροντιστήριο, αθλητισμός, μουσική, δεύτερη ξένη γλώσσα, όλα στοιβαγμένα ανάμεσα σε σχολείο και ύπνο, με το ίδιο άλλοθι: «κάτι του δίνουν». Δεν αμφισβητώ την αξία του κάθε μαθήματος. Αμφισβητώ το άθροισμα — ένα παιδί που βγαίνει από το σχολείο και μπαίνει κατευθείαν σε δεύτερο πρόγραμμα, χωρίς ποτέ μια βαρετή ώρα στα χέρια του. Αλήθεια, έχει κανείς αναζητήσει με έγκυρο τρόπο τα πραγματικά ενδιαφέροντα του παιδιού του, έχει ψάξει να βρει τις πραγματικές κλίσεις του, που ίσως δεν καλλιεργηθούν ποτέ γιατί θυσιάζονται στο βωμό της δήθεν σύγχρονης επιλογής; Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς: πολλές από αυτές τις επιλογές δεν γίνονται για το παιδί. Γίνονται για εμάς, για να νιώθουμε ήσυχοι ότι δεν αφήνουμε τίποτα στην τύχη. Είναι πιο εύκολο να γεμίσεις το απόγευμά του παρά να αντέξεις τη σιωπή, το βλέμμα ενός παιδιού που περιμένει από σένα κάτι που δεν κοστίζει χρήματα — τον χρόνο σου. Κι εδώ είναι το σημείο που δύσκολα το ομολογούμε: κάθε ώρα δραστηριότητας είναι και μία ώρα που δεν περάσαμε εμείς μαζί του. Δεν το κάνουμε επίτηδες — αλλά όσο γεμίζει το πρόγραμμά του, τόσο αδειάζει ο χώρος όπου θα μπορούσαμε απλώς να είμαστε εκεί, χωρίς να το πηγαίνουμε ή να το περιμένουμε κάπου. Αν σας ρωτούσε κανείς πόσες ώρες περάσατε πέρυσι τον χειμώνα μαζί του χωρίς σκοπό, χωρίς πρόγραμμα ενδιάμεσα, τι θα απαντούσατε; Ένα παιδί που δεν βαριέται ποτέ δεν μαθαίνει ποτέ να είναι μόνο του, να αυτοσχεδιάζει, να ανακαλύπτει τι πραγματικά του αρέσει χωρίς κατεύθυνση. Μεγαλώνει έτοιμο για πρόγραμμα, όχι για ζωή. Και μετά απορούμε γιατί, ενήλικες πια, δεν αντέχουμε ούτε μια εβδομάδα χωρίς το κινητό στο χέρι. Δεν είναι ξένο σύμπτωμα. Είναι ακριβώς αυτό που τους μάθαμε — και τώρα ετοιμαζόμαστε να το διδάξουμε ξανά, εντατικά, όλο τον χειμώνα.
Αν αφήσατε φέτος το παιδί σας να βαρεθεί έστω και μία φορά και δεν συνέβη τίποτα κακό — γιατί υποθέτουμε ότι τον χειμώνα θα συμβεί; Πόσα από τα ραντεβού στο νέο εβδομαδιαίο πρόγραμμά του διάλεξε εκείνο, και πόσα μπήκαν εκεί επειδή «έτσι κάνουν όλοι»• κι αν αφαιρούσατε ένα — όχι το μάθημα, αλλά την ώρα — τι θα έμπαινε στη θέση του; Εσείς, ή ένα ακόμη πρόγραμμα; Από τον Σεπτέμβριο και μετά, όταν το ημερολόγιο γεμίσει ξανά, ποιος θα θυμάται να ρωτήσει: πόσο χρόνο περάσαμε σήμερα μαζί, χωρίς λόγο; Το καλοκαίρι μας θύμισε κάτι που ξέραμε από παιδιά. Το ερώτημα είναι αν θα το θυμόμαστε ακόμα τον Οκτώβριο.