

Το τεκμαρτό εισόδημα θεσπίστηκε το 2023 με βασικό στόχο τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την αντιμετώπιση φαινομένων κατά τα οποία επαγγελματίες δήλωναν εισοδήματα ιδιαίτερα χαμηλότερα από εκείνα των εργαζομένων τους. Η λογική του μέτρου ήταν ότι δεν μπορεί ένας εργοδότης να εμφανίζει διαρκώς ζημιές ή εισόδημα μερικών εκατοντάδων ευρώ τον μήνα, ενώ ταυτόχρονα απασχολεί προσωπικό.
Το μέτρο έχει αποκτήσει σημαντική δημοσιονομική βαρύτητα. Υπολογίζεται ότι αποφέρει περίπου 500 εκατ. ευρώ ετησίως στα δημόσια ταμεία, ποσό που έχει ήδη συνυπολογιστεί στον σχεδιασμό των κρατικών δαπανών και στη χρηματοδότηση κοινωνικών παρεμβάσεων . Τα στελέχη του υπουργείου αντιτείνουν το επιχείρημα πως η πλήρης κατάργηση, θα δημιουργήσει:
•Απώλεια περίπου 500 εκατ. ευρώ ετησίως για το Δημόσιο, εφόσον δεν υπάρξει άλλο ισοδύναμο μέτρο.
•Κίνδυνος αύξησης της φοροδιαφυγής, καθώς ορισμένοι επαγγελματίες θα μπορούσαν να δηλώνουν πολύ χαμηλά πραγματικά εισοδήματα χωρίς να υπάρχει ένα ελάχιστο φορολογικό όριο.
•Επιστροφή στα πολύ χαμηλά δηλωθέντα εισοδήματα, καθώς πριν από την εφαρμογή του μέτρου είχαν καταγραφεί περιπτώσεις επαγγελματιών που δήλωναν κέρδη μόλις μερικών εκατοντάδων ευρώ τον μήνα.
Η αποτελεσματικότητα του μέτρου αποτυπώνεται και στα δηλωθέντα κέρδη των επαγγελματιών, τα οποία από περίπου 5 δισ. ευρώ πριν από την εφαρμογή του αυξήθηκαν σε 10-12 δισ. ευρώ. Το ζητούμενο πλέον είναι η εξισορρόπηση: περισσότερη φορολογική δικαιοσύνη, χωρίς απώλεια των εσόδων που διασφαλίζει το τεκμαρτό σύστημα.
Ωστόσο, οι αντιδράσεις από επαγγελματίες που θεωρούν ότι αδικούνται από τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου είναι καθολική. Το βασικό επιχείρημα υπέρ της αναθεώρησης είναι ότι η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον περισσότερα ηλεκτρονικά εργαλεία. Τα ηλεκτρονικά βιβλία myDATA, τα ηλεκτρονικά τιμολόγια και οι διασυνδεδεμένες ταμειακές μηχανές προσφέρουν περισσότερα δεδομένα για τον εντοπισμό αποκλίσεων και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Επίσης τα βασικά οφέλη από την κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος θα είναι:
•Μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για επαγγελματίες που δηλώνουν πραγματικά χαμηλά κέρδη, καθώς ο φόρος θα υπολογίζεται με βάση το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα και όχι ένα ελάχιστο τεκμαρτό ποσό.
•Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, ιδιαίτερα για επαγγελματίες που αντιμετωπίζουν μια προσωρινή περίοδο χαμηλού τζίρου, ζημιών ή μειωμένης δραστηριότητας.
•Στήριξη των μικρών επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολούμενων, που είναι πιθανό να διαθέσουν μέρος της φορολογικής ελάφρυνσης σε λειτουργικά έξοδα, επενδύσεις ή κάλυψη υποχρεώσεων.
•Ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, καθώς ένα χαμηλότερο φορολογικό βάρος μπορεί να κάνει πιο εύκολη την έναρξη ή τη διατήρηση μιας μικρής επαγγελματικής δραστηριότητας. Η συζήτηση για αλλαγή του συστήματος συνδέεται ήδη με στόχο μικρότερες φορολογικές επιβαρύνσεις.
•Περιορισμός των στρεβλώσεων που δημιουργεί ένα ενιαίο ελάχιστο εισόδημα για επαγγελματίες με πολύ διαφορετικές πραγματικές οικονομικές συνθήκες.
•Μεγαλύτερη αξιοποίηση των σύγχρονων ηλεκτρονικών ελέγχων. Η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον περισσότερα δεδομένα και εργαλεία ελέγχου, ενώ η αμφισβήτηση του τεκμαρτού προσδιορισμού μπορεί ήδη να οδηγήσει σε φορολογικό έλεγχο.
Εκτιμούμε πως με το δεδομένο ότι η φορολογική διοίκηση έχει στα χέρια της μεγάλο όγκο δεδομένων που μπορεί να αξιοποίηση, οι ηλεκτρονικοί έλεγχοι θα μπορούν να εντοπίσουν κάθε αδήλωτη πηγή εισοδήματος και την δήλωση χαμηλών εισοδημάτων. Έτσι, ο τεκμαρτός προσδιορισμός εισοδήματος θα μπορούσε να καταργηθεί για να μπορέσουν οι μικρές επιχειρήσεις και η αυτοαπασχολούμενοι να πάνε στην επόμενη ήμερα με ασφάλεια. Το ενιαίο ελάχιστο εισόδημα για επαγγελματίες με πολύ διαφορετικές πραγματικές οικονομικές συνθήκες δημιουργεί μεγάλες αδικίες και ανισότητες.