
Δεν το είπε κάποιος που κοιτάζει νοσταλγικά το παρελθόν, αλλά ένας επιστήμονας που ζει τριάντα χρόνια στο πιο απαιτητικό ακαδημαϊκό περιβάλλον του πλανήτη και είχε κάθε λόγο να την έχει αφήσει πίσω του. Δεν την άφησε.
Στην ίδια συνέντευξη ανέφερε ότι η ελληνική δημοκρατία έχει εκφυλιστεί σε ένα «άδειο πουκάμισο» — σχήμα χωρίς περιεχόμενο. Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τους θεσμούς• αφορά και τη μόρφωση, όταν τη μετατρέπουμε σε διαδικασία αντί για ουσία: πτυχία που πιστοποιούν παρουσία και όχι σκέψη, βαθμούς που μετρούν συμμόρφωση και όχι κατανόηση.
Ένας έφηβος σήμερα μεγαλώνει μέσα στο μήνυμα ότι η γνώση δεν αξίζει τίποτα αν δεν μεταφράζεται αμέσως σε κάτι μετρήσιμο — μόρια, θέση, μισθό. Είναι φυσικό, λοιπόν, να ρωτά «σε τι μου χρησιμεύει;» για ό,τι δεν αποδίδει άμεσα. Το πρόβλημα είναι ότι, όταν αυτό γίνεται το μοναδικό κριτήριο, αδειάζει ακριβώς ό,τι έκανε τον Ιωαννίδη αυτό που είναι σήμερα: έναν άνθρωπο που ξέρει να διαβάζει δεδομένα, να αμφισβητεί την επίσημη αφήγηση και να εκφράζει μια δυσάρεστη αλήθεια χωρίς να υπολογίζει το κόστος.
Τέτοιες δεξιότητες δεν αποκτώνται σε ένα εξάμηνο εξειδίκευσης• χτίζονται αργά, μέσα από πράγματα που μοιάζουν «άχρηστα» τη στιγμή που τα μαθαίνεις — μια αρχαία τραγωδία, μια ιστορική περίοδο, μια γλώσσα που ίσως δεν εμφανιστεί ποτέ σε βιογραφικό. Η μόρφωση δεν είναι μόνο εφόδιο για την αγορά εργασίας. Είναι αυτό που σου επιτρέπει, όταν έρθει η στιγμή, να σταθείς όρθιος και να πεις αυτό που βλέπεις, ακόμη κι αν έχει κόστος.
Ο ίδιος σημείωσε και κάτι δυσκολότερο: ότι συχνά αναδεικνύονται οι μετριότητες σε καίριες θέσεις, ενώ όσοι έχουν πραγματική αξία επιλέγουν να μη δημιουργούν θόρυβο. Το εύκολο συμπέρασμα για ένα παιδί θα ήταν ότι «η αξία δεν ανταμείβεται». Δεν είναι αυτό το δίδαγμα. Η αξία από μόνη της δεν αρκεί — χρειάζεται και το θάρρος να τη δείξεις, ακόμη κι όταν σε βολεύει η σιωπή. Ο Ιωαννίδης δεν σιώπησε, ενώ μπορούσε. Αυτό πρέπει να μάθουν τα παιδιά μας: να μη συγχέουν τον θόρυβο με την αξία, αλλά και να μην ονομάζουν αρετή μια σιωπή που γεννιέται από φόβο.
Κανείς δεν αγαπά μόνος του μια δύσκολη ιδέα — κάποιος πρέπει πρώτα να του δείξει γιατί αξίζει. Αν διδάσκουμε μόνο για να «βγει η ύλη», αν μετράμε την επιτυχία μας με βαθμούς και εισαγωγές και όχι με το αν ένα παιδί φεύγει σκεπτόμενο διαφορετικά απ’ ό,τι μπήκε, δύσκολα θα το πείσουμε για κάτι που πρώτοι δεν του δείξαμε.
Ίσως εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο «πού είναι τα πρότυπα για τα παιδιά μας». Δεν λείπουν άνθρωποι σαν τον Ιωαννίδη — υπάρχουν, μιλούν, όταν τους δοθεί βήμα. Το πρόβλημα είναι ότι σπανίζει το βήμα. Τα παιδιά δεν επιλέγουν λάθος πρότυπα ανάμεσα σε σκεπτόμενους ανθρώπους και influencers• απλώς δεν έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τους πρώτους. Κάποιος πρέπει να τους τα φέρει μπροστά — μέσα στην τάξη.
Ο ίδιος δεν έκρυψε την αγωνία του για την πορεία της χώρας, τονίζοντας ότι οφείλουμε να αναρωτηθούμε σοβαρά τι μέλλον αφήνουμε στα παιδιά μας, καθώς η Ελλάδα φαίνεται να οπισθοδρομεί αντί να προχωρά. Αν το μέλλον πράγματι προδιαγράφεται δύσκολο, το μόνο που ελέγχουμε εμείς είναι με τι εφόδια θα το αντιμετωπίσουν οι επόμενες γενιές: αν θα ξέρουν μόνο να προσαρμόζονται σε ένα σύστημα που φθίνει, ή θα έχουν μάθει να σκέφτονται, να αμφισβητούν και να μιλούν όταν χρειάζεται.
Το ερώτημα δεν είναι αν συμφωνούμε με όσα είπε ένας καθηγητής από απόσταση. Είναι αν μαθαίνουμε στα παιδιά να γεμίζουν το πουκάμισο ή απλώς να το φορούν.