

«…Ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος εμφανίζεται τώρα ως μόνος αρμόδιος να ορίζει ο ίδιος κυριαρχικά τις δικές του ανάγκες, τις δικές του προτεραιότητες και τις δικές του επιθυμίες. Δεν αναγνωρίζεται κανένας περιορισμός στο φαντασιακό. Ο καθένας από εμάς δικαιούται πλέον να επιθυμεί άνευ όρων και ορίων. Να υλοποιεί ανεμπόδιστα τη δική του ανταγωνιστική βούληση για πλούτο, κύρος, διάκριση, δύναμη και απόλαυση, έστω και εις βάρος των άλλων. Ο καθένας από εμάς είναι ελεύθερος να προωθεί τη δική του «κτητική μανία»…».
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937. Μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Φιλοσοφίας του Δικαίου και Κοινωνιολογίας στα Πανεπιστήμια Χαϊδελβέργης, του Μονάχου, του Παρισιού και του Γέιλ στις ΗΠΑ.
Μέσα στην παρισινή ευφορία του Μάη του 1968, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ξεκινά να γράφει τη διδακτορική του διατριβή, με τίτλο «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα», ένα βιβλίο-σταθμό για την απομυθοποίηση της ιδιαίτερης λειτουργίας των μηχανισμών της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, συναναστρεφόμενος ήδη κορυφαίους ευρωπαίους φιλοσόφους και διανοητές όπως ο Λ. Αλτουσέρ, ο Π. Μπουρντιέ, ο Ν. Πουλαντζάς κ.α..
Και εδώ ακριβώς θα ήθελα να σταθώ σήμερα, ως αποχαιρετισμό στον ακαδημαϊκό δάσκαλο, τον άνθρωπο και οραματιστή Κωνσταντίνο Τσουκαλά.
Πρέπει να ήταν κάπου στο μακρινό 2011, όταν στα πλαίσια της ερευνητικής εργασίας με τίτλο: «Εκπαίδευση και Κοινωνία στη Ζάκυνθο. Κριτική προσέγγιση στη μακραίωνη ηγεμονία, την κυρίαρχη ιδεολογία και τις μυθολογίες εξουσίας των τοπικών ελίτ», αναζήτησα στο έργο- διδακτορική διατριβή του Κωνσταντίνου Τσουκαλά απαντήσεις για τη διαλεκτική σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ του διαχρονικού φαινομένου της κληρονομικής υποεκπαίδευσης του τοπικού πληθυσμού και της μακραίωνης συντήρησης- αναπαραγωγής του παραδοσιακού καθεστώτος της μεγάλης γαιοκτησίας στη Ζάκυνθο.
Μέσα, λοιπόν, από τις σελίδες του έργου του, με τίτλο «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα» (εκδ. Θεμέλιο, Στ’ έκδοση, Αθήνα 2006, σελ. 422-424), ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς μού πρότεινε και έδειξε ότι:
«…τα Ιόνια Νησιά αποτελούν εντελώς ειδική περίπτωση. Μετά την προσάρτησή τους το 1864, διατήρησαν στις μεγάλες τους γραμμές την αυστηρή ταξική διαίρεση που χρονολογούνταν από τη μακρόχρονη βενετική κατοχή των νησιών αυτών, που δεν γνώρισαν Οθωμανικό ζυγό. Μια πανάρχαια γαιοκτητική αριστοκρατία (που χρησιμοποιούσε μόνο αυτή στην Ελλάδα και μέχρι την αρχή του 20ου αιώνα τίτλους ευγενείας, παρ’ όλη τη συνταγματική απαγόρευση) κυριαρχούσε στα νησιά αυτά και κυρίως στην Κέρκυρα και την Ζάκυνθο. Αυτή η συμπαγής αριστοκρατία υπήρξε κύριος φορέας μιας πρώιμης πολιτισμικής άνθισης, η οποία οφειλόταν στην άμεση και αδιάκοπη επαφή τους με τη Δυτική Ευρώπη και κύρια με την Ιταλία. Τα δυτικά ήθη και η δυτική ιδεολογία διείσδυσαν έτσι σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής των Ιονίων νήσων πολύ πριν την υπόλοιπη Ελλάδα… Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό, ότι η πρώτη μεγάλη λογοτεχνική ‘’σχολή’’ της νεώτερης ελληνικής λογοτεχνίας, ο μεγαλύτερος ποιητής της, ο Σολωμός, και ο πρώτος κυβερνήτης, ο Καποδίστριας, προέρχονταν από τα νησιά αυτά. Η λυσσασμένη αντίδραση της αριστοκρατίας ενάντια σε κάθε προσπάθεια αλλαγής κατέστησε δυνατή την επιβίωση φεουδαρχικών υπολειμμάτων ως τις μέρες μας σχεδόν. Πρέπει ν’ αναφερθεί, ότι παρ’ όλη την εισαγωγή των φιλελεύθερων και ισονομιστικών θεσμών του 1864, που κατάργησαν τυπικά το φεουδαρχικό σύστημα και τους τίτλους ευγενείας, οι παραγωγικές σχέσεις επιβίωναν σχεδόν άθικτες, κυρίως στη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα… Δεν είναι σύμπτωση ότι η Κέρκυρα και η Ζάκυνθος, παρουσιάζουν τα χαμηλότερα ποσοστά φοίτησης… και πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι απ’ όλη την Ελλάδα μόνο στα Ιόνια Νησιά η εκπαίδευση ήταν οργανωμένη πάνω στη βάση ενός πραγματικά διπλού δικτύου, που επέτρεπε χωριστή σχολική αναπαραγωγή ανάλογη με την ταξική προέλευση των μαθητών. Πράγματι, τα παιδιά της αριστοκρατίας και της άρχουσας τάξης φοιτούσαν σχεδόν αποκλειστικά σε ιδιωτικά σχολεία, τόσο σε πρωτοβάθμιο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο. Κι αν η Ένωση των νησιών αυτών με την Ελλάδα εισήγαγε την υποχρεωτική εκπαίδευση, οι σχολικές διαφοροποιήσεις δεν εξανεμίστηκαν παρά μόνο βαθμιαία και στο βαθμό που υποχωρούσαν οι φεουδαρχικές δομές, πράγμα που δεν πραγματοποιήθηκε παρά μόνο κατά τη διάρκεια του 20ου αιων…».
Όσον αφορά τώρα τη θρυλούμενη «αντισχολική κουλτούρα» και αδιαφορία- άρνηση των χωρικών της υπαίθρου απέναντι στη δημόσια- κρατική σχολική εκπαίδευση, αυτή μάλλον ερμηνεύεται πίσω από την πολυπλοκότητα των παραγωγικών σχέσεων στην ύπαιθρο και σίγουρα εξυπηρετεί την εξοικονόμηση της παιδικής εργασίας και ομαλή αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης στις τοπικές κοινότητες, αναδεικνύοντας την πρωτόγονη- παραδοσιακή εκπαίδευση (την εκπαίδευση και μαθητεία στη φύση) ως τη βασική εκπαιδευτική δομή και μέσο- μηχανισμό κοινωνικοποίησης για τον αγροτικό κόσμο της Ζακύνθου, σχεδόν μέχρι την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964.
Καλό ταξίδι Δάσκαλε….