

Έναν αιώνα αργότερα, η Ελλάδα δεν βιώνει πολιτική βία του ίδιου τύπου. Βιώνει, όμως, μια πιο ύπουλη μορφή θεσμικής φθοράς. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι αποκαλύψεις για τις παράνομες παρακολουθήσεις μέσω του Predator, οι συνεχείς επισημάνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις εκκρεμότητες στην απονομή δικαιοσύνης και οι ποινικές διώξεις πολιτικών προσώπων συνθέτουν μια εικόνα που δεν αφορά μεμονωμένα περιστατικά. Αφορούν ένα διαρκές έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας και πολιτών.
Η πρόσφατη Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου δεν εστιάζει μόνο στις καταδίκες προσώπων που συνδέονται με το Predator. Επισημαίνει ότι σημαντικές πτυχές της υπόθεσης εξακολουθούν να διερευνώνται, ενώ η άρνηση επανεκκίνησης ορισμένων ερευνών προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις από δημοσιογράφους, νομικούς, την κοινωνία των πολιτών και πολιτικά κόμματα. Παράλληλα, υποθέσεις σχετικές με τη διαφάνεια και τις υποχρεώσεις του κράτους εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η εικόνα αυτή δεν συνιστά απλώς μια νομική εκκρεμότητα· αποτελεί δοκιμασία της ίδιας της αξιοπιστίας των δημοκρατικών θεσμών.
Την ίδια στιγμή, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ μεταφέρει το πρόβλημα σε ένα άλλο επίπεδο⸱ εκείνο της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος και της πολιτικής ευθύνης. Η παραπομπή εν ενεργεία βουλευτών για υποθέσεις που αφορούν ευρωπαϊκούς πόρους υπενθυμίζει ότι η κρίση δεν περιορίζεται στη λειτουργία των μηχανισμών ασφαλείας ή της Δικαιοσύνης. Αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία και αντιλαμβάνεται τη λογοδοσία.
Ακριβώς εδώ η σκέψη του Ίωνα Δραγούμη αποκτά απρόσμενη επικαιρότητα. Ο Δραγούμης δεν αντιμετώπιζε το κράτος ως αυτοσκοπό. Αντιθέτως, θεωρούσε ότι το κράτος υπάρχει για να υπηρετεί το έθνος και όχι για να αυτοσυντηρείται. «Το κράτος δεν είναι η ζωή», έγραφε· «το έθνος είναι η ζωή». Για εκείνον, όταν οι θεσμοί παύουν να υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον, χάνουν τον λόγο ύπαρξής τους και μετατρέπονται σε μηχανισμούς διαχείρισης ισορροπιών και ιδιωτικών επιδιώξεων.
Η διαπίστωση αυτή μοιάζει σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το ποιος ευθύνεται πολιτικά ή ποινικά, ενώ σπανίως τίθεται το ουσιαστικό ερώτημα⸱ γιατί οι ίδιοι μηχανισμοί αναπαράγουν διαρκώς τις ίδιες παθογένειες; Η κρίση δεν είναι μόνο κρίση προσώπων. Είναι κρίση πολιτικής κουλτούρας. Είναι η σταδιακή υποκατάσταση της δημόσιας ευθύνης από την επικοινωνιακή διαχείριση, της θεσμικής λογοδοσίας από την κομματική περιχαράκωση και της πολιτικής από τη διαχείριση του πολιτικού κόστους.
Ο ίδιος ο Δραγούμης είχε προειδοποιήσει για αυτή τη μετάλλαξη του δημόσιου βίου. Καυτηρίαζε τους πολιτικούς που «έχουν σκοτωμένο για την ησυχία τους τον ενθουσιασμό» και ενδιαφέρονται πρωτίστως για τη διατήρηση της εξουσίας. Δεν επρόκειτο για μια απλή ηθικολογία, αλλά για μια βαθύτερη διαπίστωση ότι όταν η πολιτική χάνει τον ηθικό της προσανατολισμό, η κοινωνία συμβιβάζεται με τη μετριότητα και οι θεσμοί μετατρέπονται σε εργαλεία εξυπηρέτησης συμφερόντων.
Γι’ αυτό και η επέτειος της δολοφονίας του δεν προσφέρεται για μια ακόμη τελετουργική αναφορά στην ιστορία. Αποτελεί αφορμή για αυτοκριτική. Διότι η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο από τις εκλογές ούτε από την τυπική λειτουργία των θεσμών. Κρίνεται από την ικανότητά τους να εμπνέουν εμπιστοσύνη, να διασφαλίζουν τη λογοδοσία και να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον χωρίς εξαιρέσεις.
Σε μια εποχή όπου η δημοκρατία δοκιμάζεται όχι από την απουσία θεσμών αλλά από τη διάβρωση της αξιοπιστίας τους, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ποιος θα επικρατήσει στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να ανακυκλώνει τις ίδιες παθογένειες ή αν θα αναζητήσει εκείνο το πολιτικό ήθος που ο Ίων Δραγούμης θεωρούσε προϋπόθεση κάθε εθνικής αναγέννησης. Διότι τα σκάνδαλα παρέρχονται. Η απώλεια, όμως, της εμπιστοσύνης στους θεσμούς αφήνει τραύματα που χρειάζονται πολύ περισσότερο χρόνο για να επουλωθούν.