

Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που ο δημοκρατικός και προοδευτικός χώρος οφείλει να απαντήσει με ειλικρίνεια:
Η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται καθημερινά. Η ακρίβεια εξαντλεί τα νοικοκυριά, η δημόσια υγεία και η παιδεία αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες, η στεγαστική κρίση πιέζει ιδιαίτερα τους νέους και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει κλονιστεί. Οι πολίτες αναζητούν μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Αντί όμως να βλέπουν δυνάμεις που επιδιώκουν συγκλίσεις, παρακολουθούν έναν χώρο να διαιρείται διαρκώς σε μικρότερους πολιτικούς σχηματισμούς, με τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις να κυριαρχούν συχνά έναντι των πραγματικών προβλημάτων της κοινωνίας. Το ερώτημα είναι αναπόφευκτο.
Πιστεύει πραγματικά το καθένα ότι μόνο του μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική; Έχουν αναρωτηθεί ποιο μήνυμα λαμβάνει ένας πολίτης όταν βλέπει ανθρώπους με κοινές ιδεολογικές αφετηρίες να αδυνατούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι; Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου οι συσχετισμοί καθορίζουν ποιος μπορεί να κυβερνήσει, ο κατακερματισμός του ίδιου πολιτικού χώρου δεν αποτελεί απλώς οργανωτικό πρόβλημα. Μπορεί να αποδειχθεί στρατηγικό αδιέξοδο. Αν η πολυδιάσπαση οδηγήσει σε μια νέα εκλογική νίκη της σημερινής κυβέρνησης ή στη διαμόρφωση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με τη συμμετοχή ή τη στήριξη άλλων δεξιών ή ακροδεξιών δυνάμεων, τότε το ερώτημα θα είναι αμείλικτο:
Δεν αρκεί να διαφωνεί κανείς με τις κυβερνητικές επιλογές. Οφείλει να εξηγεί και πώς πιστεύει ότι μπορεί να τις αλλάξει. Η κοινωνία δεν ζητά από τα κόμματα να απαρνηθούν τις ιδεολογικές τους αρχές. Ζητά να αποδείξουν ότι μπορούν να θέσουν το συλλογικό συμφέρον πάνω από τις επιμέρους διαφορές τους. Η ιστορία της δημοκρατικής παράταξης δεν γράφτηκε μέσα από διασπάσεις. Γράφτηκε όταν άνθρωποι με διαφορετικές διαδρομές κατάφεραν να συναντηθούν γύρω από μεγάλους στόχους: τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την υπεράσπιση των θεσμών. Σήμερα απαιτείται ακριβώς αυτό. Όχι η κατάργηση της πολιτικής πολυφωνίας. Όχι η εξαφάνιση των διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων. Αλλά η αναζήτηση εκείνων των κοινών σημείων που μπορούν να διαμορφώσουν μια πειστική προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης.
Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις των κομμάτων. Ενδιαφέρεται για την καθημερινότητά της. Θέλει λύσεις για την εργασία, τη δημόσια υγεία, την παιδεία, το εισόδημα, τη στέγη, τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια. Η πραγματική πολιτική γενναιότητα δεν βρίσκεται στη δημιουργία ενός ακόμη μικρού κόμματος ούτε στη διαρκή αναζήτηση διαφορών. Βρίσκεται στην ικανότητα υπέρβασης προσωπικών φιλοδοξιών, κομματικών περιχαρακώσεων και παλιών αντιπαλοτήτων, όταν το απαιτεί το συμφέρον της κοινωνίας. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από περισσότερα σύνορα μέσα στον ίδιο πολιτικό χώρο. Έχει ανάγκη από περισσότερες γέφυρες. Ίσως κάποιοι θεωρούν ότι η διατήρηση της πολιτικής τους αυτονομίας αποτελεί δικαίωμά τους. Και πράγματι είναι. Όμως η κοινωνία δικαιούται να ρωτήσει κάτι ακόμη σημαντικότερο:
Ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο διακύβευμα; Η επιβεβαίωση κάθε ξεχωριστής κομματικής ταυτότητας ή η διαμόρφωση μιας αξιόπιστης εναλλακτικής προοδευτικής πρότασης που θα μπορεί να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση της χώρας; Η Ιστορία δεν θα κρίνει κανέναν από το πόσο αμετακίνητος υπήρξε στις διαφορές του. Θα κρίνει όλους από το αν, όταν η κοινωνία ζητούσε συνεννόηση, ευθύνη και ελπίδα, επέλεξαν να χτίσουν γέφυρες ή να υψώσουν ακόμη περισσότερα τείχη. Γιατί, στο τέλος, δεν θα δικαιωθεί εκείνος που είχε το πιο καθαρό κομματικό στίγμα. Θα δικαιωθεί μόνο εκείνος που έβαλε πάνω απ’ όλα το συμφέρον της κοινωνίας. Η Ιστορία δεν συγχωρεί όσους είχαν την ευκαιρία να ενώσουν και επέλεξαν να διαιρέσουν.