
Πάνω σε ένα γραφείο βρέθηκε ένα φύλλο αξιολόγησης. Δεν είχε όνομα μαθητή. Δεν είχε τάξη. Δεν είχε ούτε βαθμό. Μόνο έναν τίτλο γραμμένο με παιδικό γραφικό χαρακτήρα: «Αξιολόγηση ενηλίκων από τα παιδιά».
Στην αρχή όλοι χαμογέλασαν. «Κάποια καλοκαιρινή δραστηριότητα θα είναι», σκέφτηκαν — από αυτές τις ανάλαφρες ασκήσεις που σκαρφίζονται οι δάσκαλοι για να περάσει ευχάριστα η τελευταία εβδομάδα της σχολικής χρονιάς. Μέχρι που άρχισαν να διαβάζουν τις απαντήσεις.
«Η μαμά μου είναι η καλύτερη στις αγκαλιές. Αλλά όταν χτυπάει το κινητό της, είναι σαν να εξαφανίζομαι».
«Ο μπαμπάς λέει να μην κάθομαι πολλή ώρα στις οθόνες. Μετά κάθεται κι εκείνος και ξεχνάει ότι είμαι δίπλα του».
«Η δασκάλα μου κατάλαβε ότι εκείνη τη μέρα δεν βαριόμουν. Απλώς δεν ήμουν καλά».
«Ο καθηγητής που θυμάμαι περισσότερο δεν ήταν εκείνος που ήξερε τα περισσότερα. Ήταν εκείνος που ήξερε πότε δεν ήμασταν καλά, χωρίς να το πούμε».
«Όταν ένας μεγάλος λέει “έκανα λάθος”, τον εμπιστεύομαι περισσότερο».
«Ξέρω πότε με ακούνε αληθινά. Δεν χρειάζεται να μου το πουν — το καταλαβαίνω από το βλέμμα».
«Μου αρέσει όταν ο μπαμπάς μου λέει “θα τα καταφέρουμε” αντί για “σταμάτα να κλαις”».
«Όταν υπόσχονται κάτι για το Σαββατοκύριακο και το ξεχνούν επειδή είχαν δουλειά, δεν νευριάζω. Απλώς σταματάω να το περιμένω»,
Κάπου εκεί τα χαμόγελα έσβησαν. Όχι γιατί οι απαντήσεις ήταν σκληρές ή επιθετικές, αλλά γιατί ήταν αφοπλιστικά ειλικρινείς — με εκείνη την καθαρή ειλικρίνεια που μόνο ένα παιδί διαθέτει, γιατί δεν έχει μάθει ακόμα να τη μαλακώνει, να υπολογίζει σκοπιμότητες ή να σκέφτεται τι είναι «κοινωνικά σωστό» να ειπωθεί.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος στις σχέσεις μας με τα παιδιά, όπως φαίνεται, δεν είναι η ολική απουσία, αλλά η «σκιώδης παρουσία»: είμαστε στο ίδιο δωμάτιο, αλλά το μυαλό μας τρέχει στις εκκρεμότητες, στις ειδήσεις, στις υποχρεώσεις. Τα παιδιά όμως αντιλαμβάνονται αμέσως τη διαφορά ανάμεσα στο «σε ακούω αληθινά» και στο «περιμένω να τελειώσεις για να επιστρέψω σε αυτό που έκανα».
Τα παιδιά δεν μας αξιολογούν όπως νομίζουμε. Δεν μετρούν τα πτυχία, τους τίτλους ή τις γνώσεις και τις εμπειρίες μας. Δεν ξέρουν πόσες ώρες δουλεύουμε, ούτε πόσο σκληρός είναι ο κόσμος των ενηλίκων. Δεν ενδιαφέρονται(;) αν η μέρα μας ήταν δύσκολη. Μετρούν κάτι πολύ πιο απλό: αν τα κοιτάξαμε στα μάτια όταν μας μιλούσαν. Αν αφήσαμε για λίγο το κινητό στην άκρη. Αν κρατήσαμε μια φαινομενικά ασήμαντη υπόσχεση. Αν ήμασταν αληθινά παρόντες — κι όχι απλώς σωματικά διαθέσιμοι στον ίδιο χώρο.
Είναι περίεργο, αν το σκεφτεί κανείς, πόσο σπάνια αντιστρέφουμε αυτή τη σχέση αξιολόγησης. Περιμένουμε από τα παιδιά να μας πουν πώς πήγε η μέρα τους στο σχολείο, να μας φέρουν καλούς βαθμούς, να είναι συνεπή και προσεκτικά. Σχεδόν ποτέ όμως δεν τα ρωτάμε: «Εγώ πώς πήγα σήμερα μαζί σου;»
Ίσως γιατί φοβόμαστε την απάντηση. Ίσως γιατί έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε την κρίση μονόδρομο — από πάνω προς τα κάτω, από τον ενήλικα προς το παιδί, από τον δάσκαλο προς τον μαθητή, ποτέ αντίστροφα.
Κάθε Ιούνιο συζητάμε για βαθμούς, επιδόσεις, εξετάσεις και αξιολογήσεις. Κάθε Σεπτέμβριο αναρωτιόμαστε αν τα παιδιά είναι έτοιμα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της νέας σχολικής χρονιάς. Σχεδόν ποτέ, όμως, δεν αναρωτιόμαστε αν εμείς θα περνούσαμε τη δική τους αξιολόγηση. Εκείνη που δεν γράφεται σε τετράδιο, δεν διορθώνεται με κόκκινο στυλό και δεν καταλήγει σε κάποιο επίσημο απολυτήριο. Μένει μόνο στη μνήμη.
Κι ίσως αυτό να είναι το πιο απαιτητικό διαγώνισμα από όλα.