
Προχθές ήταν που αντίκρυσα μία αλήθεια ακόμα,
σ’ ένα μνημείο πάνω εκεί ξεράθηκε το χώμα.
Εκεί που πρέπει να ‘τανε πάντα λουλουδιασμένο,
είχε ξερή τη δάφνη του γρασίδι πεθαμένο.
Έμοιαζε όπως τ’ όβλεπα με πατημένο αλώνι,
μήπως του χώρου η μορφή ξέρετε τι δηλώνει;
Παρόλα αυτά ο σεβασμός κρύβετε στ’ αγκωνάρια
και κάπου στον περίγυρο… του Σολωμού τα αχνάρια.
Είμαστε υπερήφανοι αναμφίβολα απ’ τη μία,
αλλά απ’ την άλλη αδιάφοροι και με ντροπή καμία.
Λόφος του Στράνη πάνω εκεί, ιστορική η μερία
και τα τζιτζίκια τραγουδούν για την ελευθερία.
Ο ποιητής είχε έμπνευση, στο σώμα ανατριχίλα,
του αξίζει κήπος όμορφος και όχι ξεραΐλα.
Έχει επισκέπτες συνεχώς και ξένους και δικούς μας,
έχει εικόνα ανάλογη η αυλή του σπιτικού μας.
Λύπη κι απογοήτευση και πικραμένη σκέψη,
σ’ αυτή τη φρίξη ο ποιητής θα ‘χε κι αυτός στερέψει.
Και εκδηλώσεις γίνονται σε εφτούνονε το χώρο,
υπάρχουνε λογιών ξερά που διαλαλούν στο φόρο.
Μα αφού είναι καταπράσινο θα πούνε το νησί μας,
ας ήταν λίγο Ζάκυνθος η αγάπη η μισή μας.
Πλούσια τα λόγια που ακούς έχουνε μέσα απ’ όλα,
που όμως κάποιοι θα’ λεγαν παπούτσι δίχως σιόλα.
Κοιτάζω πόλη όμορφη βράδια και μεσημέρια,
διαβάσεις, πεζοδρόμια και δροσερά παρτέρια.
Ψάχνω να βρω βαθιά στο νου τσι θύμησες που έχει,
τώρα που χάθηκε η ντροπή και η ζωή μας τρέχει.
Σε ένα παγκάκι απ’ τα πολλά μόνος παραμιλάω,
βλέπω το κόντε ποιητή του γνέφω και γελάω.
Πήγες καθόλου από κει του λέω να κοιτάξεις;
το χώμα σου χρειάζεται το δάκρυ σου να στάξεις.
Κι αν κάνω λάθος σ’ όλα αυτά φίλε μου μη με βρίσεις
κι άμα διψάσεις πήαινε πιες απ’ το νερό τση βρύσης.
Ήτανε όμως καθαρά και δεν το συζητάμε,
στη στήλη να απαγγείλουνε κάποιοι χαρτί κρατάνε!!!