Τρόπον τινά… το δάσος μας!

Μία φορά κι έναν καιρό… τι να σα πω, δεν ξέρω,
δεν έχω και στο άλμπουμ μου, φωτογραφίες να φέρω.

Να ρίξουν ένα βλέφαρο, αυτοί οι κουμανταδόροι,
να δουν… να μην ανέβουνε, γιατ’ είναι και ανηφόρι.

Να δουν το χθες το σήμερα, οι ιθύνοντες του χώρου,
πριν τα πευκιά τα γέρικα, πάνε του κατηφόρου.

Η σκέψη μου με γύρισε, σε χρόνια αγαπημένα,
πίσω πολύ απ’ το σήμερα… και τα δυστυχισμένα.

Είχα ένα δάσος ζωντανό, μια ομορφιά του κόσμου,
που ήταν… κι έτσι ένιωθα, παράδεισος δικός μου.

Τα παιδικά μου όνειρα, τα ζούσα στη σκιά του,
και πάντα στηριζόμενος, στην επιείκεια του.

Χαιρόμουν το σκαρφάλωμα, με φίλους στα λαγκάδια,
που στην ξερή τη γλίνα τσους, αφήναμε σημάδια.

Παιχνίδια πόσα… στάκαμαν, μαζεύαμε ανεμώνες,
τσουλήθρα πάνω στα πρανή, με τσι πευκοβελόνες.

Είχαν φωλιές μας έκρυβαν τα νεαρά πευκάκια,
εκεί φιλοξενούμενοι, και στα ραντεβουδάκια.

Και πόστα είχε… κυνηγούς, κάθε εποχή θυμάμαι,
κάθε Σαββατοκύριακο, για τσίχλες είθε πάμε.

Παρέα με το νόνο μου, και… που με ξεναγούσε,
η κάθε πέτρα, ερείπιο, τι ήταν μου εξηγούσε.

Το σπίτι των προγόνων σου, κάπου εδώ βρισκόταν,
να το θυμάσαι… καστρινός, όταν πεθάνω… όταν.

Και νόμιζα το φρούριο, πως ήτανε δικό μου,
σαν αυθεντία κάτοικος, είχα το μερδικό μου.

Είχε ζωή ο καστρόλοφος, ο τότε… ο σπουδαίος,
ήταν θα πω… τρόπον τινά… ήταν βεβαίως βεβαίως.

Το κάστρο μας, το δάσος μας, τα μέρη τα δικά μας,
που ΄χε ανοιχτή την αγκαλιά, κι έκρυβε μυστικά μας.

Πριν απ’ την εγκατάλειψη, και την αδιαφορία,
να στρέψουνε το βλέμμα τσους σ΄ αυτό… είν’ αγγαρεία.

Φωτογραφίες τωρινές… δείχνω, και μια του τότε,
μπορεί να με ρωτήσουνε, και να μου πούνε… πότε;

Τότε που ήταν ξέφραγο, και αρχηφρουρός κανένας,
τρόπον τινά… πως να το πω… το πρόσεχε ο καθένας!!!

Ακολουθήστε το imerazante.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα από τη Ζάκυνθο