Η Ελληνική Επανάσταση και οι Μεγάλες Δυνάμεις | Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης

selidodeiktis

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας, στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Με αφορμή το πρόσφατο δημοσίευμα στη γερμανική εφημερίδα “Die Welt” για τα αποτελέσματα της Ιουλιανής Συνθήκης του 1827 στην εξέλιξη του Αγώνα της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα ως σωτηρία των Ελλήνων «που ήρθε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή»1 με συνεπακόλουθο τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, θα αναδιφήσουμε στην ιστορική διαχρονία για να αποκρυπτογραφήσουμε τα αίτια της ενεργής παρέμβασης των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων στο Ελληνικό Ζήτημα.

Η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ελληνική Εθνεγερσία δύναται να χωριστεί σε δύο στάδια, σύμφωνα με το μέτρο-φύση της εμπλοκής τους. Την πρώτη περίοδο 1821-1825, η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων είναι περιορισμένη, για να εντατικοποιηθεί κατά τη δεύτερη περίοδο, το 1826-1827. Η μη επέμβαση της Βρετανίας και της Αυστρίας κατά την πρώτη περίοδο της Ελληνο-Οθωμανικής σύγκρουσης δεν προκαλεί έκπληξη λόγω του κοινού συμφέροντός τους για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως ανασχετικός φραγμός σε ενδεχόμενη ρωσική επέκταση. Μεγαλύτερη όμως έκπληξη προκαλεί η ουδετερότητα της Ρωσίας. Εκτός από τη συμπάθεια για την κατάσταση των Ελληνορθόδοξων πληθυσμών, η Ρωσία, την ίδια περίοδο, βρίσκονταν σε ανοιχτή πολιτικοστρατιωτική αντιπαράθεση με την Υψηλή Πύλη, λόγω της μη συμμόρφωσης της τελευταίας με Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1812.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Τσάρος Αλέξανδρος Α’ «τίποτα, χωρίς αμφιβολία, δεν φαινόταν πιο ευχάριστο στα συμφέροντά μου … από έναν θρησκευτικό πόλεμο με την Τουρκία. Αλλά στο ξέσπασμα του πολέμου στην Πελοπόννησο είδα τα σημάδια της επανάστασης και αρνήθηκα». Ένας πόλεμος με την Πύλη «θα βοηθούσε το παιχνίδι των επαναστατών σε κάθε χώρα της Ευρώπης». Έχοντας επίγνωση του φόβου του Τσάρου Αλέξανδρου για την έξαρση των επαναστατικών κινημάτων, η Βρετανία και η Αυστρία, θα τονίσουν τον επαναστατικό χαρακτήρα του Ελληνικού εγχειρήματος για να αποτρέψουν τη Ρωσία από οποιαδήποτε παρέμβαση. Ακόμη και ο βρετανός υπουργός εξωτερικών Κάσλρεϊ (1812-1822), θα περιγράψει την Ελληνική επανάσταση στον Τσάρο Αλέξανδρο ως «κλάδο εκείνου του οργανωμένου εξεγερσιακού πνεύματος που διαδίδεται συστηματικά σε όλη την Ευρώπη».
Ενώ απέφευγε τη μονομερή επέμβαση κατά την πρώτη περίοδο (1821–25), ο Τσάρος Αλέξανδρος προσπάθησε να σφυρηλατήσει έναν πολυμερή συνασπισμό για τη διπλωματική διαχείριση του Ελληνικού ζητήματος. Εφόσον οι έτερες δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία, Πρωσία) του Κονσέρτου της Ευρώπης δεν ανταποκρίθηκαν στις προηγούμενες ρωσικές πρωτοβουλίες το 1824-25, θα χρηματοδοτήσει δύο πρεσβευτικά συνέδρια στην Αγία Πετρούπολη για να συζητήσουν το Ελληνικό ζήτημα. Χωρίς ωστόσο να απολήξουν σε μια συντονισμένη δράση των Μεγάλων Δυνάμεων, λόγω των διαφορικών προθέσεων της Αυστρίας και της Βρετανίας. Υπό το φόβο της εξάπλωσης των εσωτερικών επαναστάσεων, η Αυστρία συνέχισε να αντιτίθεται σε οποιαδήποτε ανάμειξη των εταίρων της στην Ελληνική επανάσταση. Ενώ η Βρετανία, υπονόμευσε σκοπίμως τις συνομιλίες με διάφορα προσχήματα.
Στη δεύτερη φάση της Ελληνο-Οθωμανικής σύγκρουσης, η Βρετανία και η Ρωσία συμφώνησαν να συνεργαστούν για την προώθηση της Ελληνικής αυτονομίας, υπογράφοντας το πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης (1826) που μετατράπηκε στη Συνθήκη των τριών προστάτιδων δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) του Λονδίνου το επόμενο έτος. Η αλλαγή πολιτικής από τη Βρετανία και η απόφαση συνεργασίας με τη Ρωσία εξ ονόματος των Ελλήνων εξηγείται ορθολογικά. Ο βρετανός υπουργός εξωτερικών Τζ. Κάνιγκ (1822-1827), φοβούμενος ότι ως αποτέλεσμα της αποτυχίας των πολυμερών συνομιλιών της Αγίας Πετρούπολης η Ρωσία θα αναλάμβανε μονομερή δράση, αποφάσισε να συμπλεύσει μαζί της προκειμένου να της «δέσει τα χέρια» ή τουλάχιστον να περιορίσει τα σχετικά της κέρδη σε βάρος της Υψηλής Πύλης. Απογοητευμένη από τον προηγούμενο περιορισμό και τις αποτυχημένες προσπάθειες πολυμερούς συνεργασίας, η Ρωσία σκόπευε να διαρρήξει τη πολιτική σύμπλευση της Βρετανίας με την Αυστρία, αποκτώντας ελευθερία δράσης και διασφαλίζοντας τη Βρετανική υποστήριξη ή τουλάχιστον την ουδετερότητα της σε περίπτωση πολέμου με την Υψηλή Πύλη. Η Γαλλία, από την άλλη πλευρά, προσχώρησε στο Ρωσοβρετανικό συνασπισμό, αλλά τα κίνητρά της αποδίδονται στην επιδίωξη μονομερών κερδών και όχι στην τήρηση των κανόνων του Κονσέρτου της Ευρώπης. Επιδιώκοντας την αναβίβαση της θέσης-ρόλου της στη Μεσόγειο, δεν επιθυμούσε να αποκλειστεί από πιθανά κέρδη στην Ελλάδα. Παρόλο που συμφώνησε να συνεργαστεί με τη Βρετανία και τη Ρωσία για την προώθηση της ελληνικής αυτονομίας, δεν έδειξε αντίστοιχη προθυμία να συνεργαστεί για τα προϋπάρχοντα ζητήματα της Ρωσίας με την Υψηλή Πύλη. Η επιδίωξη σχετικών κερδών ήταν ο καταλύτης για τη γαλλική κατοχή της Πελοποννήσου με πρόσχημα την επίβλεψη της αποχώρησης των Οθωμανικών-Αιγυπτιακών δυνάμεων. Με αυτήν την κίνηση η Γαλλία σκόπευε να εκμεταλλευτεί την ενασχόληση της Ρωσίας με το πόλεμο που διεξήγαγε με την Υψηλή Πύλη, για να την αντικαταστήσει ως τον κύριο προστάτη των Ελλήνων. Ενώ η Βρετανία συναίνεσε στην εξέλιξη αυτή για να περιορίσει τα απόλυτα κέρδη της Ρωσίας από τον πόλεμο με την Υψηλή Πύλη.
Συνεπαγόμενα η Ρωσία προετοιμάστηκε εκ των προτέρων για την πιθανότητα μιας τέτοιας αποτυχίας. Έχοντας ως στόχο να αποτρέψει τους εν δυνάμει συμμάχους της από τη δυνατότητα να περιορίσουν τις επιλογές της ή να της «δέσουν τα χέρια», η Ρωσία εισήγαγε μια ρήτρα στο πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης που εξουσιοδοτούσε τα μέρη να ενεργήσουν «συντονισμένα ή μεμονωμένα» για την προώθηση της Ελληνικής αυτονομίας, σε περίπτωση αποτυχίας των κοινών προσπαθειών διαμεσολάβησης. Αντίστοιχα η αναγνώριση της Ελληνικής αυτονομίας υπό το γράμμα της Συνθήκης του Λονδίνου του 1827 και η εφαρμογή μιας εξαναγκαστικής στρατηγικής τελεσιγράφου προς τον Υψηλή Πύλη, δίνοντας διορία ενός μηνός στην τελευταία να αποδεχτεί τους όρους της Συνθήκης (σύμφωνα με το μυστικό πρωτόκολλο που συμπεριελάμβανε) θα οδηγήσει στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827). Αντικειμενικός πολιτικός στόχος των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν η ανάσχεση της ανόδου της Αιγύπτου σε περιφερειακή δύναμη, μέσω του ελέγχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποστερώντας το ευνοϊκό καθεστώς των διομολογήσεων για τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις και το ανεμπόδιστο εμπόριο-ελευθεροπλοία της Βρετανίας με την Ινδία.

Εν κατακλείδι οι διαπραγματεύσεις των προστάτιδων δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) κατά την περίοδο 1827-1832 αποκάλυψαν μια αέναη διπλωματική αντιπαράθεση για σχετικά κέρδη-αποκλειστικά πλεονεκτήματα και έναν έντονο Βρετανορωσικό ανταγωνισμό για μελλοντική επιρροή στην Ελλάδα. Η Βρετανία αποφάσισε να υποστηρίξει μια πλήρως ανεξάρτητη Ελλάδα με διευρυμένα γεωγραφικά όρια για να μειώσει τις πιθανότητες μετατροπής της σε μελλοντικό ρωσικό δορυφόρο, αποστερώντας από τη Ρωσία μια ναυτική βάση στη Μεσόγειο.

1 Το Ναυαρίνο, η ανεξαρτησία και οι μεγάλες δυνάμεις | Επισκόπηση τύπου | DW | 01.04.2021

Ακολουθήστε το imerazante.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα από τη Ζάκυνθο