Ο μπάρμπα Νέλος

Εφόρεσε κοντόβρακο ο Νέλος… ήρθε η ώρα,
πήρε και το τριτσάκι του, και του ΄δωσε αμπονόρα.

Καλά καλά δεν πρόλαβε, να σκάσει ο ήλιος μάτι,
κι από τη χώρα πέρασε, πριν γίνει ένα δεμάτι.


Του Σολωμού σκεπτόμενος, πέρασε την πλατεία…
μα νεύρα του προκάλεσε, και ψάχνει την αιτία.

Εσκόνταψε καταμεσής κι εφτούνο δεν του αρέσει,
κάτι θα είπε ο ποιητής… και κόντεψε να πέσει.

Σε κάτι μοντερνόφωτα… είχε την ατυχία,
αριστερά ο Κόκκινος… δεξιά του η Δημαρχία.

Εεε τι ακούει τούτος δω, τι βλέπει ο καημένος,
η μόνη ευτυχία του… που ΄ναι μαρμαρωμένος.

Τουτούα… η πόλη γιόμιζε, καθώς ανοίγει η μέρα,
κι ο μπάρμπας ίσια τράβηξε, προς τα ρεπάρα πέρα.

Κοίταζε εκεί τη θάλασσα, σκέφτεται και στενάζει,
κι εφτούνη σαν τον άνθρωπο, ποτέ δεν ησυχάζει.

Η μέρα πολύ ζέστανε, για πρώτο… μπάνιο κάνει,
επέταξε τα πέδιλα, και τα σκαρτσούνια βγάνει.

Εβούτηξε το πόδι του, αν είναι παγωμένη,
γιατί στο μπούζι του νερού, ξέρτε… ο άλλος μένει.


Έκαμε πίσω η διάθεση, και ψέλλισε το στόμα,
να πέσεις Νέλο… ξέχνατο, δεν ήρθε η ώρα ακόμα.

Σκέφτηκε… πως τελείωσε, η βόλτα τση αμπονόρας,
με φτούνα… εδυνάμωσε, και η βουή τση χώρας.

Ο Νέλος με κοντόβρακο, και πέδιλο… σκαρτσούνι,
γιατί δεν κάνει σκέφτεται… έτσι έρχονται και εφτούνοι.

Αρχίσανε και μπαίνουνε, για τουρισμό, για βόλτα…
κι αν πας για Πικριδιώτισσα, δεν φαίνεται από χόρτα.

Ο δρόμος και το οικόπεδο, εκεί τση Αγίας Άννας,
Εκεί αφέντη Δήμαρχε, γίνεται τσι πουτάνας.

Τι να προλάβεις φουκαρά, έδωπα που τα λέμε,
ούλοι… αν δεν σε είχαμε… θα έπρεπε να κλαίμε.

Ακύρωσε το μπάνιο του… για τώρα ο μπάρμπα Νέλος,
και ζει στην αγωνία του, λέτε να υπάρχει τέλος;

Ακολουθήστε το imerazante.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα από τη Ζάκυνθο