«Στη στροφή του δρόμου ο ίσκιος της σιωπής*» | Γράφει ο Ιάκωβος Κονιτόπουλος

Εκεί στα νεανικά μας χρόνια σε συνάντησα. Ήταν τα αθώα προεφηβικά χρόνια που μας οδήγησαν στη μέθεξη της μουσικής. Και, ναι, ήταν η σπουδαία Φιλαρμονική και η Χορωδία του Δάσκαλου Σαμσαρέλου που έσμιξαν τις ωσμώσεις μιας φιλίας δυνατής με αντοχές από καλό σκαρί – καράβι.
Και το Γυμνάσιο μας οδήγησε σε αναζητήσεις πιο φιλοσοφικές και ονειρώδεις και καλλιτεχνικά σκιρτήματα – απόπειρες μιας έκφρασης πρωτόγνωρης μέσα από συγκροτήματα με ήχους ροκ και πιο γλυκούς – ρομαντικούς μιας ποπ κουλτούρας άγνωρης, μα που με θέρμη ερευνούσαμε και υποστηρίζαμε.
Και όταν παίζαμε στον Άγιο την «Προσευχή», χειμώνα – καλοκαίρι, τα δάκρυα δρόσιζαν τα μάγουλά μας και οι καρδίες μας γίνονταν ταμπούρλα ιθαγενών. Γιατί ο Δάσκαλος Σαμσαρέλος ήξερε να οδηγεί όλη την ομάδα, μικρούς και μεγάλους, στην ύψιστη αρμονία της ουράνιας γαλήνης μιας Τέχνης αέναης και τωρινής, κόσμιας και υπερκόσμιας. Και τα χείλη έτρεμαν στο φύσημα των μουσικών οργάνων, στο θείο μεσουράνισμα των ήχων.
Θυμάσαι που στον Άγιο Νικόλαο στο Μόλο, τις Μεγάλες Παρασκευές πώς λύγιζε το είναι μας, όλων των παιδιών της Φιλαρμονικής, στους ήχους του «Ίνα τί», όταν ο Δεσπότης κρατώντας τον Εσταυρωμένο Ιησού ξόρκιζε την τετρακτίνα του Σύμπαντος Κόσμου!
Και, θυμάσαι, όταν κάναμε «πλατεία» στην Πλατεία Σολωμού ή την ιστορική πλατεία Αγίου Μάρκου με τον Δάσκαλο να καθοδηγεί τους ήχους της Τραβιάτα, του Ναμπούκο, του Τανχώυζερ ή της Leggiera Cavalleria και άλλων τινών μουσικών έργων, πώς ο κόσμος συνέρρεε ν’ ακούσει και να μετέχει στη μυσταγωγία! Και αυτό ζούσαμε και στο ιστορικό Πνευματικό Κέντρο της Πόλης, που ήταν χώρος πνεύματος και όχι βουλή των…! Τι συναυλίες με τη Φιλαρμονική εκεί, τι με τη Χορωδία εκεί. Και κόσμος που δεν χώραγε να μπει και ήταν μέχρι τις καμάρες του πνευματικού μεγάρου. Αλλά άλλη εποχή, θα πεις, με ανθρώπους που ήξεραν από τέχνη ή τουλάχιστον ένοιωθαν την πνευματικότητά της. Ενώ τώρα… «αγκινάρες μάμαλο» που λέγανε παλιά!
Θυμάσαι πώς ανοίξαν τα ουράνια του ναού στον Άγιο, όταν κάναμε τη Λειτουργία με τη Ζακυνθινή Χορωδία του Σαμσαρέλου εκείνο το καλοκαίρι, Αγίου μέρα, και οι Ζακυνθινοί εκλέγαν από συγκίνηση και ρίγος!
Και θυμάσαι τα τραγούδια στα καντούνια της χώρας;
Και τη σερενάδα στα στενά δρομάκια του Ναυπλίου, θυμάσαι, τότε στο Λύκειο που είχαμε πάει εκδρομή! Άνοιγαν τα παράθυρα στη σιγαλιά της νύχτας και μας φώναζαν «κι άλλο κι άλλο». Κι εμείς τραγουδούσαμε με την καρδιά μας γιατί είμαστε παιδιά του Σολωμού, του Κάλβου, του Φώσκολου και του Καρρέρ.


Μετά, θυμάσαι, καρδιοχτύπι στις εξετάσεις. Και σπουδές μετά, και δρόμοι που χωρίζουν και χάνονται σε πόλεις πολύβουες και απρόσωπες. Μα «στη στροφή του δρόμου» οι δρόμοι βρίσκουν τη σμίξη τους και οι μνήμες απορρίπτουν τη λήθη. Και ξανά η πορεία κοινή για την Τέχνη, τη μουσική, τις νέες κατακτήσεις μας και αναζητήσεις άλλης πια ζωής.
Εσύ με οικογένεια. Δύο υπέροχα παιδιά και μια σύζυγο, που λες και το σύμπαν συνωμότησε να σας πλάσει και να σας ενώσει, για να συμπληρώνει ο ένας τον άλλον, να νοιώθει ο ένας τον άλλον, να νοιάζεται ο ένας τον άλλον, να στηρίζει ως το τέλος ο ένας τον άλλον. Παρά τις όποιες αναταράξεις. Μα όλα τα καλά σκαριά έχουν τις αναταράξεις τους, φίλε! Όμως ο χρόνος τελικά τις άμβλυνε και τις εναρμόνισε με μια αρμονία ανθρώπινη και θεϊκή, γήινη και ουράνια. Γιατί το ξέρεις, φίλε, οι ψυχές που πλάθονται για να είναι μαζί, θα είναι μαζί εδώ και εκεί, στο τώρα και στο μετά, στο είναι και στο αιώνιο.
Μετά η πολιτική. Άλλοι σε αγάπησαν, άλλοι σε μίσησαν, άλλοι σε αγκάλιασαν με θέρμη αληθινή και άλλοι σε πλησίασαν σε ένα χορό κυκλωτικό προς των ιδίων το συμφέρον. Όλους τους δέχτηκες και όλους τους άκουγες. Και, θυμάσαι, μου έλεγες ποιοι από αυτούς ήταν αληθείς και ποιοι οι Ιούδες, ποιοι οι φίλιοι και ποιοι οι Εφιάλτες!
Και έφυγες. Μας άφησες όλους, οικογένεια, φίλους, ανθρώπους που σ’ αγάπησαν ή που σου πούλησαν αγάπη.
Δεν σε χαιρέτησα. Δεν σου μίλησα τότε. Άφησα ήρεμα να μεταβείς στον κόσμο των Αγγέλων. Μόνο τώρα σου μιλώ και σου γράφω, επειδή ένοιωσα πως είναι η ώρα να σου πω αυτές τις λέξεις. Τώρα κι ας πέρασ’ ένας χρόνος, φίλε μου αγαπημένε, Λευτέρη μας!
Πάντα στην καρδιά μου θα μένεις ζωντανός με αυτό το φως της νιότης μας, με αυτή την ατέρμονη φλόγα της για ζωή και Τέχνη.
Νοιώθω ότι «στη στροφή του δρόμου ο ίσκιος της σιωπής» θ’ ακολουθεί. Μα αυτό τον ίσκιο τον φωτίζω με τις νότες που παίζαμε στη νεότητά μας και τον ξορκίζω με τις τυμπανοκρουσίες της καρδιάς μας από τη μέθεξη μιας μουσικής ανθρώπου για τον άνθρωπο, ανθρώπου για το θείο, γης για τον ουρανό.
Πόσο μου λείπουν οι βόλτες μας, οι συζητήσεις μας, τα τραγούδια, οι μουσικές που ακούγαμε, τα όνειρα που κάναμε. Ξέραμε πως δε θα υλοποιηθούν, μα ποτέ δεν παύαμε να ονειρευόμαστε.
Αλήθεια, πόσο μου λείπεις, φίλε!
Ανέσπερο το φως σου…


* Στίχος του Γιάννη Ρίτσου από το ποιητικό του έργο «Το εμβατήριο του Ωκεανού» (1939 – 1940)

Μοσχάτο 19 Μαΐου 2021
Ιάκωβος Κονιτόπουλος
Συνθέτης – Μαέστρος – Παιδαγωγός

Ακολουθήστε το imerazante.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα από τη Ζάκυνθο