Δυο στιγμές | Γράφει ο Γιάννης Γιατράς

Καθώς ανέβαινα τα σκαλοπάτια της Νομαρχίας, δυσοίωνες σκέψεις γυρίζανε στο μυαλό μου. Ήξερα βαθιά μέσα μου, πως ο χρόνος είχε αρχίσει να μετράει αντίστροφα. Στον προθάλαμο του γραφείου σου, συνεργάτες και υπάλληλοι σκυθρωποί, είχανε έρθει για να πάρουνε τις τελευταίες οδηγίες ενόψει της μακρόχρονης απουσίας.
– Κουμπαρούλη μου μην τρομάξεις, μου πες λίγες μέρες πριν. Πρέπει να κάνω χειρουργείο στο κεφάλι. Η μαγνητική έδειξε μετάσταση.
-Είναι σίγουρο Λευτέρη μου; σε ρώτησα αμήχανα.
– Ναι φίλε μου, αλλά δεν φοβάμαι. Με τη βοήθεια του Αγίου μας, θα το περάσουμε κι αυτό. Να θυμάσαι πως όλα έχουν να κάνουν με τη διαχείριση του μυαλού.

Βγαίνοντας από το γραφείο, το μάτι μου έπεσε σε ένα γυάλινο τασάκι, που κάποιος άφησε στο πρεβάζι του παραθύρου. Ένα τσιγάρο έκαιγε βασανιστικά αργά, αφήνοντας το καμένο σώμα της στάχτης να πασχίζει να μείνει ακόμα πάνω του, σα να μη θέλει με τίποτα να αποκοπεί και να αφήσει τσιγάρο λειψό.
Κράτησα τη στιγμή . Ήτανε απομεσήμερο της 27ης του Οκτώβρη του 2017.

*******************
Ίσα που μπορούσα να σταθώ όρθιος εκείνο το πρωινό της Δευτέρας. Είχα παραδώσει τον εκλογικό μου σάκο του 32ου εκλογικού τμήματος Αγίου Λέοντα αλλά και το πνεύμα μου, όταν κάποιος μου πε, πως ήσουνα ακόμα στο γραφείο σου στη Νομαρχία. Ήθελες να το ζήσεις μέχρι το τέλος. Τρεις χιλιάδες και βάλε Ζακυνθινοί την προηγούμενη σου χανε δείξει την αγάπη τους. Είχε στο μεταξύ μεσολαβήσει ένας περίπου χρόνος αυτοθυσίας και αυτοχειρίας. Σε βρήκα στο γραφείο σου εξαντλημένο και χαμογελαστό.
– Έναν καφέ στο κουμπάρο μου και λίγους από κείνους τσου διαόλους τα τζιαπατάκια.
– Λευτέρη μου είσαι μεγάλος νικητής.
– Δε βαριέσαι κουμπαρούλη μου, κάποιος θα πρέπει να κατεβάζει τη σημαία από τον ιστό της τη Μεγάλη Πέμπτη.

Μου γύρισες την πλάτη για να μη δω τη συγκίνηση σου, και κοίταξες το παράθυρο. Ο κόσμος απέξω σχολίαζε τα αποτελέσματα της περασμένης μέρας. Καθόσουνα για ώρα ακίνητος αφημένος στη σιωπηλή σου μελαγχολία. Κάτι πήγα να πω, μα το άφησα και αφέθηκα στις δικές μου αναπολήσεις. Σε θυμήθηκα τα χαράματα του μεγάλου σεισμού στης 26ης Οκτωβρίου ρου 2018, όταν με πήρες τηλέφωνο.
– Θα πάω στην Πυροσβεστική. Έχε το νου σου μη σε χρειαστώ τίποτα για να ρθεις.
– Χριστιανέ μου είσαι με τα καλά σου; Πριν από πέντε μέρες χειρουργήθηκες.
– Να μου φιλήσεις τσι κοπέλες και να μη φοβάσαι.
– Τον εαυτό σου δεν τονε σκέφτεσαι καθόλου;
– Κουμπαρούλη μου, δεν σου χω πει , πως όλα είναι θέμα διαχείρισης μυαλού;



Έπειτα σε θυμήθηκα τον Αύγουστο του ‘17, τότε που πήγανε να κάψουνε το νησί, να τρέχεις από χωριό σε χωριό και να σκορπίζεις θάρρος , ελπίδα και χαμόγελο, με τη θετική σου αύρα και την καθαρή σου ψυχή. Δεν άντεξα άλλο τη σιωπή.
– Τα φάρμακα σου τα πήρες; Άργησες να απαντήσεις σα να σκεφτόσουνα την απάντηση .
– Εννοείς τσι μπάλες * μου;
– Έλα μωρέ Λευτέρη, μην τα παίρνεις έτσι αψήφιστα. Δεν είναι καιρός….
– Δε βαριέσαι κουμπαρούλη μου, αφού σου έχω πει…
– Ξέρω , ξέρω είναι θέμα διαχείρισης μυαλού.

*Τα παλιότερα χρόνια μπάλες αποκαλούσαν πολλοί Ζακυνθινοί τα χάπια.

Ακολουθήστε το imerazante.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα από τη Ζάκυνθο