Η ένωση των «επτά θυγατέρων μετά της βασιλευομένης μητρός» | Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης

atcorfu.com

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η ένωση των «επτά θυγατέρων μετά της βασιλευομένης μητρός», στις 21 Μαΐου του 1864, υπό τη βάση του διακηρυκτικού στόχου της προστάτιδας δύναμης (Μεγάλη Βρετανία) για την ευημερία των νησιών και την ασφάλεια της Ευρώπης, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί υπό το πρίσμα τόσο των εξωτερικών παραγόντων (Ανατολικό ζήτημα) όσο και των εσωτερικών παραμέτρων που καθιστούσαν αδύνατη τη συντήρηση του καθεστώτος της ξενοκρατίας στα Επτάνησα.


Από τη μια πλευρά η πρόσκτηση της Μάλτας (Συνθήκη Παρισίων 1814) απομείωνε τη γεωστρατηγική σημασία των Ιονίων νήσων, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εργαλειακά ως εδαφικό αντάλλαγμα για τον πλήρη έλεγχο του Ελληνικού κράτους. Άλλωστε, μετά την επικράτησή της στο Ιόνιο, απέναντι στη Γαλλία και στη Ρώσο-Οθωμανική συμμαχία και την ίδρυση του «Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων» με τη συνθήκη των Παρισίων του 1815, η Βρετανία στρέφεται προς τον έλεγχο του Ελλαδικού χώρου. Όπως εναργώς διαφαίνεται από τη μεταβολή της πολιτικής της στάσης κατά την τρίτη φάση της Ελληνικής επανάστασης (1824-1827), με το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826) και τη Συνθήκη του Λονδίνου (1827), κατοχυρώνοντας τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνισμού ως κρατικής οντότητας.

Από την άλλη πλευρά αναφύεται η γέννηση της Ριζοσπαστικής παράταξης, με κορυφαίο σημείο της πολιτικής της δράσης την πρόταση ψηφίσματος για την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, από τον Κεφαλλονίτη ριζοσπάστη βουλευτή Ιωάννη Τυπάλδο Καπελέτο κατά τη συνδιάσκεψη της Ιονίου Βουλής, (26.11.1850):

«Επειδή η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η εθνικότης εκάστου λαού είναι δικαιώματα φυσικά και απαράγραπτα. Επειδή ο λαός της Επτανήσου απαρτίζων μέρος αναπόσπαστον της Ελληνικής φυλής στερείται σήμερον της πραγματικής απολαυής και εξασκήσεως των τοιούτων δικαιωμάτων. Επειδή προς τοις άλλοις εξέλειψαν πλέον αι αφορμαί ένεκα των οποίων ετέθη υπό την Αγγλικήν Προστασίαν, δυνάμει συνθήκης, εις την οποίαν ουδεμίαν ποτέ έδωκε συγκατάθεσιν.
Επειδή τέλος μερίς της Ελληνικής φυλής εις την οποίαν ανήκει, δηλαδή η απελευθερωμένη Ελλάς ανέκτησε τα κυριαρχικά και εθνικά αυτής δικαιώματα. Δι’ όλα ταύτα η πρώτη ελευθέρα Βουλή των αντιπροσώπων της Επτανήσου, διακηρύττει. Ότι η ομόθυμος στερεά και αμετάτρεπτος θέλησις του Επτανησιακού λαού είναι η ανάκτησις της ανεξαρτησίας του, και η ένωσις αυτού μετά το λοιπόν έθνος του την απελευθερωμένην Ελλάδα».


Η αξίωση ανεξαρτησίας-πολιτικής κυριαρχίας του Επτανησιακού λαού θα παραμένει αναλλοίωτη παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Μεγάλης Βρετανίας να επαναφέρει το ζήτημα των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων αντί της αυτοδιάθεσης-ένωσης, με τελευταία την αποστολή του «έκτακτου απεσταλμένου της», υπουργού οικονομικών William Ewart Gladstone, το 1858. Υποδειγματική είναι η απάντηση του Ζακυνθινού λαού όπως καταγράφεται στο έγγραφο των Βουλευτών Ζακύνθου προς τον Gladstone. Αν και το έγγραφο δεν ήταν συνάδον με τη φύση της αποστολής του, ο Βρετανός υπουργός οικονομικών το παρέλαβε.

«Το αίσθημα της ελευθερίας και ο πόθος του εκτελεστέρου πολιτεύματος διαφλέγει εξίσου ως πάσαν άλλην Ελληνικήν καρδίαν και εκείνη του Επτανησίου. Αλλά την ελευθερίαν ταύτην και εντέλειαν του πολιτεύματος αισθάνεται ότι δεν δύναται να επιτύχη αυτήν, οπωσδήποτε προσφερόμενην διατελών υπό ξένην κατοχήν∙ καθότι ελευθερία μόνον εν τύποις και μορφαίς νόμου διδομένη άνευ εθνικής αυθυπάρξεως στερείται της μόνης αληθούς βάσεως, ήτις δύναται να την εγγυηθή. Ο λαός τον οποίον έχομεν την τιμήν ν’ αντιπροσωπεύωμεν είναι λαός και την μνήμην του οποίου αι επελθούσαι εθνικαί συμφοραί δεν ύσχυσαν να εξαλείφωσιν ότι αυτός πρώτος τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν προσήγαγε, και ουδέποτε τούτου εν τω κατακλυσμώ της φυλής του εντελώς εστερήθη. Πρώτος εις την αναγέννησιν της Ελλάδος επροπορεύθη εργαζόμενος δια την υψηλήν ιδέαν της πατρίδος. Ελευθέραν δε ταύτην ήδη θεωρών, αι εν αυτή τον πολιτισμόν επανερχόμενον, φρίσσει, και δεν δύναται να ησυχάση μέχρις ού διατελεί απεσπασμένος εκ των κόλπων της, ενώ υπέρ της ελευθερώσεώς της και αυτός εμόχθησε και έπαθεν, όπως μετ’ αυτής επανέλθη εις κοινήν εθνικήν συμβίωσιν και ευημερίαν. Τοιαύτα είναι τα υψηλά κίνητρα τα συνταρράσσοντα τον λαόν της Επτανήσου, τοιαύτα τα αίτια της υφιστάμενης πολιτικής διαπάλης. […].
Αν καθήκοντα μόνον ομολογή η πολιτική της Μ. Βρεττανίας ότι ανέλαβεν εν Επτανήσω να εκπληρώση, πρώτιστον καθήκοντος η εκπλήρωσις είναι η χειράφεσις του λαού τούτου, και η συνένωσίς αυτού μετά της ελευθέρας Ελλάδος, εν ή και μόνη πολιτικήν και κοινωνικήν ευδαιμονία ευρίσκει».

Θα ακολουθήσει το έγγραφο των τεσσάρων βουλευτών Ζακύνθου (Δ. Μπαχώμης, Ι. Δομενεγίνης, Λ. Δικόπουλος, Δ. Μακρής) προς το βρετανό υπουργό αποικιών, δούκα του Νιούκαστλ (26.4 1861) όπου διαδηλώνεται η αξίωση ανεξαρτησίας-πολιτικής κυριαρχίας, για να εκκινήσουν οι διπλωματικές διεργασίες μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας, της Αυστρίας, της Γαλλίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας για το ζήτημα των Ιονίων Νήσων, καταλήγοντας στη συνθήκη του Λονδίνου του 1863 και στη οριστική συνθήκη περί παραδόσεως της Επτανήσου στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 1864.
Στο έγγραφο των βουλευτών Ζακύνθου καταγράφεται η αξίωση ανεξαρτησίας και εθνικής αποκατάστασης του Επτανησιακού λαού ως φυσική αναγκαιότητα συνυφαινόμενη με το αίσθημα του πατριωτισμού, της εθνικής ταυτότητας (το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον) και της συλλογικής ευδαιμονίας, γεγονός που δύναται να διαδηλωθεί μέσω της καθολικής ψήφου.

«Ο λαός της Ζακύνθου, ο αείποτε διατηρήσας ζωηρόν και ακμαίον το αίσθημα της Εθνότητός του δεν ηδύνατο να διατελή ανάλγητος, βλέπων παραγνωριζόμενα και παραμορφούμενα τα ιερώτερα αυτού αισθήματα, άτινα αναπτέρουσι την καρδίαν του με τας γλυκυτέρας ελπίδας της επιδιωκομένης Εθνικής αυτού Αποκαταστάσεως και ας νέαν Ελληνικής δόξης.
[…]

Επιτραπήτω όθεν εις η μας να υπενθυμίσωμεν τη Υμετέρα Γαληνότητι, ότι το ούτω διαχρωματιζόμενον δια τον Επτανήσιον Εθνικόν αίσθημα, είναι το παρά πάσι κοινόν αίσθημα, το οποίον αδιακρίτως εφέλκει κάθε ανθρώπου μεταξύ Πατρίδος και της ευδαιμονίας αυτής –αίσθημα το οποίον καταβάλλεται, αλλά δεν αφαιρείται – και καταδιωκόμενον αναθάλλει ισχυρότερον, ως ιδέα τις περιληπτική της όλης Πατρίδος, εν τη οποία ζή και εικονίζεται η ηθικότητας και του Επτανησίου λαού, ούτινος η περί Ενώσεως ιδέα δεν είναι η μόνη έκφρασις απαράγραπτων Δικαίων, άτινα ο αγαθός ούτος και αρχέτυπος λαός διεκδικείται και υπερασπίζεται, αλλά συνάμα παρίσταται εις αυτόν ως η βαθύτατη ηχώ των αναγκών του και της Εθνικής και οικονομικής αυτού αναβιώσεως. Επιτρέψατε όθεν εις ημάς Γαληνότατε, όπως μετά του θάρρους της αληθείας διαβεβαιώσωμεν Υμάς, ότι ούτε εξ επιρροής δημαγωγικών τεχνασμάτων, ούτε υπο του θάμβους αφηρημένων θεωριών, παρεσύρθη πώποτε, ουδέ νυν παρωθείται η Αντιπροσωπεία του λαού τούτου, ίνα εκδηλώση και διεκδικήση εν πάση πρόσφορω ευκαιρία τον διακαή πόθον –την θερμοτέραν ευχήν– την αμετάτρεπτον θέλησιν του λαού τούτου, ίνα απαλλαττόμενος της Βρεττανικής Προστασίας αποκαταστήθη μέρος του Ελληνικού Βασιλείου, ως τυγχάνει μέλος του όλου Ελληνικού Γένους, μεθ’ όν κοινήν έχει και θρησκείαν και καταγωγήν και γλώσσαν.
Η αναμφίλεκτος αυτή αλήθεια περί Ενώσεως γενικού πόθου της Επτανήσου, θέλει λάβει ανάστημα γιγαντιαίον και εφάμιλλον της φύσεώς του, εάν η Αγγλία, προς άρσιν πάσης παρεννοήσεως εφαρμώση και εν Επτανήσω την εν πράγματι κυριαρχίαν του λαού, δια της καθολικής ψήφου εσχάτως διατυπωθείσαν εν Ευρώπη, την οποία πρώτη μετά ευφημισμού ησπάσθη αυτή η Αγγλία, και από του βήματος ενίσχυσε δια της διακηρύξεως και διαχύσεως των θεμελιωδών εκείνων ιδεών εφ’ ών ερείδεται η φύσις του πολιτεύματός της και οι παραδόσεις αυτής.[…].
Η δε κάλπη της καθολικής ψήφου έσεται δια τον Επτανήσιον και δια την Κυβέρνησιν της Αυτής Μεγαλειότητος το αυτοφανές λαϊκόν βήμα, της εθνικής ετυμηγορίας, εν τω οποίω θέλει προσέλθει αυτοπροσώπως ο Επτανήσιος λαός όπως επιτελέση λειτουργίαν υψηλήν, αντάξιαν του Ελληνικού αυτού ονόματος και του μεγαλουργού Αιώνος εν ω ζώμεν».

Ακολουθήστε το imerazante.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα από τη Ζάκυνθο