Μια Βιοτεχνία απο Γυναίκα για Γυναίκες στη Ζάκυνθο. «Μπούτρα ή πούδρα τση Μπισμπάρδαινας»


ΜΙΑ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΑ ΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟ
[ΠΟΥΔΡΑ ή ΜΠΟΥΤΡΑ ή ΜΠΟΥΛΤΡΑ ή ΠΟΥΝΤΡΑ ή ΠΟΥΝΤΡΟ ή ΤΑ ΜΠΟΥΤΡΑ ΤΣΗ ΜΠΙΣΜΠΑΡΔΑΙΝΑΣ]
παραγωγής […] το προϊόν αυτής κατείχε το αποκλειστικό μονοπώλιο του κόσμου.

Η κυριότερη μονάδα παραγωγής πούδρας ήταν αυτή της Σοφίας Βισβάρδη, προμηθεύτριας της Βασιλικής Αυλής, που ιδρύθηκε το 1842. Από τότε πολλές ανάλογες μονάδες ιδρύθηκαν στη Ζάκυνθο και τα προϊόντα τους κατέκλιζαν την Ελληνική, αλλά κυρίως την Ευρωπαϊκή αγορά.
Η τοπική πουδροποιϊα εξήγαγε κατά μέσο όρο κάθε χρόνο 750.000 κουτιά πούδρας.

[Μετά την επιτυχία της πούδρας Σοφίας Βισβάρδη προστέθηκαν κι άλλοι δέκα παραγωγοί πούδρας, όπως οι Διονύσιος Γερακαρίτης, Ιωάννης Δελλαπόρτας, Σπυρίδων Μπονίκος και Τιμολέων Κακολύρης. Η πούδρα της Σοφίας Βισβάρδη, όμως, έμεινε στην κορυφή και στην ιστορία.]
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Δ. ΙΘΑΚΗΣΙΟΣ, «Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ», Διδακτορική διατριβή 1988
.
« Εύκολος ήτο και απλή η λευκή αυτή βιομηχανία του τόπου. Αφού μέσα εις μεγάλα ταψιά εψήθη εις το φούρνον η γύψος, ερρίφθη μεθ’ ύδατος εντός της παρακείμενης σκάφης, εφούσκωσεν, ελευκάνθη, εζυμώθη και εις τεμάχια κατόπιν εξετέθη επί τινάς ημέρας εις τον ήλιον, επί των τοίχων των αυλών. Εκ των ξηραμένων τούτων τεμαχίων, εκ των οποίων υπήρχε μεγάλη προμήθεΙα εις την γωνίαν, ελάμβανεν ο υιός της Σαμούγαινας, ο Γιάννος -νεανίας έως δεκαοχταετής , πολύ μελαχρινός και πολύ αψηλός- και επί τραπέζης μεγάλης, στερεά εκύλιεν ογκώδην σφαίραν σιδηράν, μεταβάλλουσαν αυτά μετά κρότου εις κόνιν λεπτήν. Την κόνιν αυτήν η Σαμούγαινα περνούσε από μίαν διπλήν κρησάρα, εξήρχετο δ’ εκείθεν λεπτεπίλεπτος, καθαρά και εντελής πλέον η πούδρα, την οποίαν, βοηθουμένη υπό της Πιπίνας, ενέθετε εντός σακκιδίων χαρτίνων χρωματιστών, αρωματίζουσα έκαστον και δι’ ολίγου βάμβακος, εμβαπτισμένου εντός λεβάντας. Η σκάφη, η τράπεζα, το χωμάτινον δάπεδον, τα πάντα εκεί μέσα λευκά. Και η ατμόσφαιρα πλήρης μορίων κόνεως λευκής, αιωρουμένων ως πυκνών μακροσκοπικών νιφάδων υπό το φως του λαμπτήρος.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, «ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΣΤΕΦΑ»
.
«…Η βάση ήταν το ρύζι, το κριθάρι και μία πέτρα του βουνού, ήτανε μία ειδική πέτρα γι’ αυτή τη δουλειά. Είχαμε μηχανήματα και τα εργαζόμαστε, είχαμε μετά κάτι στέρνες μεγάλες, με πολύ, πάρα πολύ, νερό, και μετά το χυλό που εγινότανε το βγάζαμε και το βράζαμε. Αφού το βράζαμε, είχαμε τελάρα με ύφασμα κι από κάτω, βέβαια, σύρμα για να σουρώνει, και κάναμε 40 μέρες – ενάμιση μήνα να στεγνώσουνε και γινόταν τετράγωνα τεμάχια… Πάνω σ’ ένα μεγάλο μάρμαρο, παλαιά, είχανε ένα κύλινδρο, το δούλευε ένας εργάτης -πολύ παλαιό αυτό βέβαια- το έφτιαχναν σα πούδρα κι εργάτριες κοσκινίζανε τη μπούδρα με μεταξωτή κρησάρα ψιλή κι έβγαινε. Μετά βάζαμε το άρωμα, εσάνς, ό,τι άρωμα καλύτερο υπήρχε… Δούλευαν εφτά, οχτώ γυναίκες, ανάλογα με την κατανάλωση που είχαμε. Κι είχαμε κι έναν εργάτη με μια καρρέτα -δεν υπήρχαν τότε αυτοκίνητα- κι έβαζε επάνω, φορτώναμε κόφες μεγάλες, τα γεμίζαμε φακέλους και κουτιά και πήγαινε στο καράβι…
Εβγάζαμε και τρεις ποιότητες κουτιά, τα κουτιά τα τετράγωνα που είχαμε τα βάζαμε στο πρόσωπο, για να είναι νωπό, και τα άλλα ήταν πιο χοντρή ποιότητα… Χρησιμοποιούσαν πούδρα όλες οι γυναίκες γενικώς… Φτιάχναμε και κοκκινάδι, πούδρα ροζ, απαλό… Βάζαμε μία σκόνη, από την Αθήνα την παίρνανε οι παλαιοί, μάλλον καλμίνιο, κάπως έτσι λεγόντουσαν…»
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΓΟΥΛΙΑΡΗ , κληρονόμος της πουδροποιίας της Σοφίας Βισβάρδη.
ΜΑΡΙΝΑ ΒΡΕΛΛΗ-ΖΑΧΟΥ «Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ 1864-1910», ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ

*Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από ανάρτηση στο fb του Εκδότη των ¨Εκδόσεων Περίπλους» και συγγραφέα, Διονύση Βίτσου.