ΙΝΣΕΤΕ: Aκτινογραφία τουριστικού τομέα της χώρας | Θετικό πρόσημο στα Ιόνια Νησιά για επισκέψεις και τουριστικές εισπράξεις

Η πανδημία του κορωνοϊού ανέκοψε την ανοδική πορεία που κατέγραφαν στο σύνολό τους τα τουριστικά μεγέθη της χώρας έως το 2019, όπως τονίζεται στη δεύτερη έκδοση των Ετήσιων Εκθέσεων Ανταγωνιστικότητας και Διαρθρωτικής Προσαρμογής στον Τομέα του Τουρισμού των 13 Περιφερειών της χώρας που έδωσε στη δημοσιότητα το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ).

Σύμφωνα με τα στοιχεία των εκθέσεων, οι επισκέψεις στις 13 Περιφέρειες της χώρας την περίοδο 2017-2019 αυξήθηκαν κατά 18% (από 31 εκατ. σε 36,6 εκατ.). Αντίστοιχα, οι τουριστικές εισπράξεις στην Ελλάδα την ίδια περίοδο αυξήθηκαν κατά 24% (από 14,2 δισ. ευρώ το 2017 σε 17,7 δισ. ευρώ το 2019). Επίσης, η Μέση Δαπάνη ανά Επίσκεψη ανά Περιφέρεια στην Ελλάδα το 2019 αυξήθηκε κατά 5% σε σχέση με το 2017, στα 482 ευρώ. Επιμέρους, η Μέση Δαπάνη κατέγραψε θετική ποσοστιαία μεταβολή σε όλες τις Περιφέρειες, με εξαίρεση τη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο και την Αν. Μακεδονία και Θράκη.
Να σημειωθεί ότι ως επισκέψεις, όπως τονίζεται στις εκθέσεις, ορίζονται οι επισκέψεις που κάνει ένας τουρίστας στις επιμέρους Περιφέρειες της χώρας. Για παράδειγμα, ένας τουρίστας που ταξιδεύει στην Ελλάδα και επισκέπτεται δύο Περιφέρειες (π.χ. Αττικής και Νοτίου Αιγαίου) καταγράφεται στην Έρευνα Συνόρων της Τράπεζας της Ελλάδος ως μια άφιξη και δύο επισκέψεις. Για τον λόγο αυτό, το σύνολο των επισκέψεων στις Περιφέρειες υπερβαίνει το σύνολο των αφίξεων στη χώρα.
Ειδικότερα, στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων οι επισκέψεις, οι τουριστικές εισπράξεις και η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη στην Ελλάδα και το ποσοστό μεταβολής μεταξύ 2017 και 2019 διαμορφώθηκαν ως εξής:
Επισκέψεις: +3%, από 2,97 εκατ. σε 3,05 εκατ.
Εισπράξεις: +8%, από 1,8 δισ. ευρώ σε 1,9 δισ. ευρώ
Μέση δαπάνη: +5% από 598 ευρώ σε 627 ευρώ

Η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων υποδέχθηκε το 8% των επισκέψεων που καταγράφηκαν στις Περιφέρειες της Ελλάδας το 2019, σημειώνοντας αύξηση κατά 3% σε σύγκριση με το 2017 (από 2,97 εκατ. σε 3,05 εκατ.). Αναφορικά με τις χώρες προέλευσης, όλες οι σημαντικές αγορές καταγράφουν αρνητική ποσοστιαία μεταβολή, με εξαίρεση τις αγορές του Ην. Βασιλείου (+20%, από 896 χιλ. το 2017 σε 1,1 εκατ. το 2019), της Γερμανίας (+56%, από 224 χιλ. το 2017 σε 350 χιλ. το 2019) και της Αυστρίας (+67%, από 44 χιλ. το 2017 σε 73 χιλ. το 2019). Ενδεικτικά οι υπόλοιπες αγορές: Ιταλία (-4%, από 326 χιλ. σε 315 χιλ.), Πολωνία (-6%, από 158 χιλ. σε 149 χιλ.), Ολλανδία (-9%, από 142 χιλ. σε 129 χιλ.), Γαλλία (-33%, από 111 χιλ. σε 74 χιλ.), Ρωσία (-43%, από 81 χιλ. σε 46 χιλ.) και λοιπές (-15%, από 984 χιλ. σε 837 χιλ.).
Η Περιφέρεια κατέχει μερίδιο 11% στο σύνολο των τουριστικών εισπράξεων που καταγράφηκαν στην Ελλάδα το 2019, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 8% σε σύγκριση με το 2017 (από 1,8 δισ. ευρώ σε 1,9 δισ. ευρώ).
Οι διεθνείς αεροπορικές αφίξεις την περίοδο 2014-2019 σημείωσαν αύξηση κατά 42% (από 1,9 εκατ. σε 2,6 εκατ.). Επίσης, η Περιφέρεια κατέχει το 8% των διακινηθέντων ακτοπλοϊκώς στο εσωτερικό της χώρας, σημειώνοντας την περίοδο 2014-2019 αύξηση κατά 10% (από 5,0 εκατ. σε 5,5 εκατ.).
Την ίδια περίοδο, οι απασχολούμενοι στον κλάδο της εστίασης σημείωσαν αύξηση κατά 81% (από 5 χιλ. το 2014 σε 10 χιλ. το 2019) ενώ οι απασχολούμενοι στα καταλύματα αύξηση κατά 44% (από 7 χιλ. σε 10 χιλ.).
Με αφορμή τη δημοσιοποίηση της δεύτερης έκδοσης των εκθέσεων, ο Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας ανέφερε “ότι οι 13 εκθέσεις αποτελούν ένα χρήσιμο εργαλείο για τις επιχειρήσεις, τις Περιφέρειες και τους Δήμους, καθώς και την κεντρική Κυβέρνηση, για τη διαμόρφωση πολιτικών και τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων για τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού προς όφελος των τοπικών οικονομιών και κοινωνιών. Το 2021, πρέπει να αποτυπωθεί ως το εναρκτήριο έτος μίας συλλογικής προσπάθειας για την ανάκαμψη και την περαιτέρω αναβάθμιση και εμβάθυνση του ελληνικού τουρισμού. Παράλληλα, όμως, πρέπει να τεθεί ως βασικός στόχος η διατήρηση και η περαιτέρω βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του τουριστικού τομέα, μέσα από τον σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός συνεπούς, συγκροτημένου και αποτελεσματικού μεσο-μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδίου με βάση τα επιτεύγματα των τελευταίων ετών, τα νέα δεδομένα και τις απαραίτητες συνεργασίες και συνέργειες. Η αξιοποίηση των εκθέσεων και της πρόσφατης μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ για τις αναγκαίες επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τομέα, μπορούν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο σε αυτή την προσπάθεια”.