Το νεοθωμανικό όραμα και η «γη προς κατάκτηση» | Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Με τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζίπ Ταγίπ Ερντογάν να κλιμακώνει οριζόντια και κάθετα την ένταση στο Αιγαίο συνεχίζοντας την τακτική της εξαναγκαστικής διπλωματίας μέσω της έκδοσης αλλεπάλληλων Navtex από την Υδρογραφική Υπηρεσία της Τουρκίας, για τη διεξαγωγή σεισμολογικών ερευνών από το Oruc Reis και το Barbaros σε περιοχές της Ελληνικής και της Κυπριακής υφαλοκρηπίδας και τον εκλεκτό του στα κατεχόμενα Τατάρ να τείνει : «χείρα ειρήνης, χείρα φιλίας προς τον ελληνοκυπριακό λαό» δηλώνοντας «έτοιμος» να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να οδηγήσει «σε αποτέλεσμα το Κυπριακό στη βάση των πραγματικοτήτων», το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι Έλληνες λήπτες αποφάσεων συνδέεται με το εάν και με ποιο τρόπο δύναται να σταματήσουν τη «βουλιμία» του Ερντογάν.
Συνεκτιμώντας την πάγια τουρκική πολιτική αξίωση ότι το σύνολο των νησιών του Αιγαίου Πελάγους μαζί και η Κύπρος, δεν διαθέτουν ιδία αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) και την προσφάτως αυθαίρετη χαρτογράφηση της τουρκικής περιοχής έρευνας και διάσωσης στο Αιγαίο, είναι ηλίου φαεινότερη η αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας και η αδυναμία μιας οιασδήποτε ειρηνικής διευθέτησης του ζητήματος. Υπό την απουσία οποιουδήποτε ΕυρωΑτλαντικού αναχώματος ο Ερντογάν επαναδιαδηλώνει, και επικυρώνει την πολιτική αξίωση της Άγκυρας να διαμοιράσει και να ασκήσει κυριαρχία στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Δημοσιοποιώντας έναν νέο χάρτη, η Τουρκία, διευρύνει μονομερώς την περιοχή της δική της έρευνας και διάσωσης στο κέντρο του Αιγαίου, κατά αντιστοιχία με την παρελθούσα εμπειρία του Αύγουστου του 1974 όταν με την Νotam 714 “προσπαθούσε να επεκτείνει τον χώρο της δικαιοδοσίας της μέχρι το μέσο του Αιγαίου εντός του FIR Αθηνών”.
Συνακόλουθα ο υπουργός Μεταφορών της Τουρκίας Αντίλ Καραϊσμαΐλογλου, με την ανάρτηση του σχετικού χάρτη θα αποστείλει :
«Χαιρετίσματα στο Φατίχ, στο Γιαβούζ και στο Κανουνί. Στη Γαλάζια Πατρίδα μας, την περιοχή ερευνών και διάσωσης την επεκτείναμε με τρόπο που θα περιλαμβάνει και τις περιοχές όπου πραγματοποιούν εργασίες τα ερευνητικά μας πλοία. Καλορίζικο το νέο σχέδιο έρευνας και διάσωσης!»
Αναλυτικότερα μιλώντας, οι αξιώσεις ισχύος της Άγκυρας και η πολυεπίπεδη, περιφερειακή προβολή ισχύος, συντάσσονται με τη κοσμοαντίληψη του νεοθωμανικού προτάγματος για να επαναπροσεγγίσει την Οθωμανική και Ισλαμική της κληρονομιά, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, προσδίδοντας την αίσθηση εθνικού μεγαλείου-ανεξαρτησίας στη διαμόρφωση-άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής. Ενώ σε γεωπολιτικό-γεωστρατηγικό επίπεδο, οι Τουρκικές αξιώσεις εκδιπλώνονται από «την Κύπρο έως τη Λιβύη, από τα νησιά του Αιγαίου έως τη Συρία, από το Ιράκ έως το Λίβανο, από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη έως τις μακρινές ακτές της Ερυθράς θάλασσας». Στο πλαίσιο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη ότι Ελλάδα και Τουρκία αποτελούν μέλη του ΒορειοΑτλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), η κοινή συνισταμένη για την ανάσχεση των τουρκικών αξιώσεων ισχύος από την ελληνική πολιτική ηγεσία, ήταν και εξακολουθεί να είναι ιστορικά μονομερής.
Τούτου δοθέντος, το αφετηριακό μας ερώτημα περί της δυνατότητας περιορισμού της τουρκικής βουλιμίας δύναται να αποκρυσταλλωθεί σε τρία επίπεδα:
Σε πλανητικό επίπεδο, η αμερικανική υπερδύναμη εξακολουθεί να παραμένει ο εξωτερικός εξισορροπητής ύστατης προσφυγής και ως από μηχανής θεός αναμένεται (από τους Έλληνες λήπτες αποφάσεων) να σώσει την Ελλάδα από τις επεκτατικές αξιώσεις της Τουρκίας, όπως επιβεβαιώθηκε στην παρελθούσα κρίση των Ιμίων.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ρητορικές απειλές για την επανεξέταση του χρηματοδοτικού πακέτου και την αναστολή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, προσομοιάζουν με μια «χάρτινη τίγρη», καθόσον οι οικονομικοπολιτικές συνέργειες της οικονομικής ατμομηχανής της Ευρώπης με τον «μεγάλο ασθενή» ήταν και είναι ευμεγέθεις.
Συνεπαγόμενα, ως μοναδική επιλογή και τρίτο-καταληκτικό επίπεδο, αναδύεται η εθνική-κρατική στρατηγική, με τη διαμόρφωση-εφαρμογή μιας λυσιτελούς πολιτικής αποτροπής.


Με το αυστηρό μήνυμα του Έλληνα υπουργού εξωτερικών, Ν. Δένδια:
«Δεν ανεχόμαστε παραβατικές αξιώσεις. Δεν ανεχόμαστε απειλές πολέμου. Δεν συμπλέουμε με μονομερείς διεκδικήσεις. Λυπούμαι που η Τουρκία εκτρέπεται σε ένα νεοθωμανισμό» «θα προασπίσουμε με κάθε τρόπο την κυριαρχία μας. Θα προασπίσουμε με κάθε τρόπο τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Θα προασπίσουμε με κάθε τρόπο την πατρίδα μας». και τον συνεχιζόμενο διπλωματικό μαραθώνιο της ελληνικής διπλωματίας για την γνωστοποίηση των έκνομων ενεργειών της Άγκυρας με διαβήματα διαμαρτυρίας στα Η.Ε., επιστολή στον ΥΕ/ΑΕ Borrell και στον Αμερικανό ΥΠΕΞ, για την Τουρκική παραβατικότητα, στην οποία θα τονίζεται το θεμελιώδες δικαίωμα της χώρας μας να κάνει επίκληση του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ρήτρα αμοιβαίας αλληλεγγύης), καταγγελία στο Διεθνή Οργανισμό Ναυτιλίας και στο Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας, άμεση ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής-FRONTEX, η Αθήνα μάχεται για να ανασχέσει την εξαναγκαστική διπλωματία της Άγκυρας.

Η αναντίρρητη αυτή πολιτική αναγκαιότητα, επιτάσσει την οικοδόμηση μιας αξιόπιστης στρατηγικής αποτροπής, πείθοντας την Άγκυρα ότι οποιοδήποτε ενέργεια που θα πλήξει τα ζωτικά συμφέροντα Αθήνας-Λευκωσίας, θα της επιφέρει ένα μη αποδεκτό-απαγορευτικό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Το κλειδί για την ευόδωση της εν λόγω στρατηγικής, συνίσταται αφενός, στην ποιοτική, τεχνολογική και στρατιωτική εξισορρόπηση της Τουρκίας και αφετέρου, στη διακήρυξη πολιτικών δεσμεύσεων για την απειλή τιμωρίας οποιασδήποτε επιβουλής κατά των ελληνικών-κυπριακών εθνικών συμφερόντων με υψηλό-μη αποδεκτό κόστος.
Γιατί όπως ορθά επισημαίνει ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Η διακήρυξη “δεν παραχωρούμε τίποτε” δεν έχει έμπρακτο αντίκρισμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις».