Ο Νιόνιος ο »βαρόνος»

Χαίρεται μες τον ύπνο του, ο Νιόνιος ο »βαρόνος»,
ένας πολίτης φρόνιμος, και τση Ζακύνθου γόνος.

Στα χρόνια τση περίστασης, μεγάλη η συφορά του,
η αλλαγή τον έστρεψε, να ζει με τα όνειρα του.


Παίζει ταμπουρλονιάκαρο, σε κάποιο πανηγύρι,
Απ’ το Φαγιά θα ακούγεται, ή πάνου από το Γύρι.

Παίζει… από κάπου ακούγεται, το φέρνει η δροσούλα,
Απ’ την Αγία θα ‘ρχεται, μπορεί κι απ’ τη Σπηλούλα.

Αντιλαλούνε οι ρεματιές, ηχεί κάθε λαγκάδι,
κι η κοπελιά η όμορφη, λούζεται στο πηγάδι.

Γιομίζει και τη βίκα τσης, νερό να κουβαλήσει,
θα πλύνει και τα ρούχα τσης, για να μοσχοβολήσει.

Ακούει την ανιάκαρα, κι αυθόρμητα τση βγαίνει,
στο μονοπάτι στέκετε, και το χορό τσης σέρνει.

Ακολουθεί το γέλιο τσης… να ‘χει νερό σαν φτάσει,
Απ’ του συρτού τα βήματα, το αγκιό τσης μη τση σπάσει.

Κοιμάται και ονειρεύεται, ο Νιόνιος ο »βαρόνος»,
γιορτάζει μες τον ύπνο του, δεν τονε πιάνει πόνος.

Κοιμάται και ερωτεύεται, εικόνες περασμένες,
στην εποχή του μπάχαλου, που ‘ναι λησμονημένες.

Που είναι εκείνη η Ζάκυνθος, που ήξερε… ρωτιέται,
στην κοινωνία τη σύγχρονη, που το παλιό πετιέται.

Παίζει ταμπουρλονιάκαρο, και το χωριό χορεύει,
αυτά ούλα που χάνονται, στο όνειρο τα μαζεύει.

Φαρμάκι είναι στο ξύπνιο του, κι ανόρεχτος στο δείπνο,
είναι στην πίκρα μόνος του, μα ευτυχής στον ύπνο.

Νιώθει μεγάλη μοναξιά, ο Νιόνιος ο »βαρόνος»,
κάθε παλιό που σβήνετε, για αυτόν είναι ένας φόνος.

Να ‘ναι καλά μονολογεί, οι σημερινές πατάτες,
οι άνοστες και άγευστες, του τουρισμού οι σαλάτες.

Και ούλοι εφτούνοι, οι ιθύνοντες, που ‘ναι και κατευθύνουν,
πολιτισμό και Ζάκυνθο, σαν τα σποράκια φτύνουν.

Και τι να πει ζακυνθινά; το κλίμα έχει θολώσει,
βαστιέται περιμένοντας, η μέρα να τελειώσει!!!