Ο Τούρτουλας

Ακούραστος ο άνθρωπος, συνέχεια δώθε-πέρα,
σαν σβούρα ακατάπαυστα, γυρίζει ούλη μέρα.

Δεν κάθεται σε μία μεριά, δεν κάνει καν προσπάθεια,
λες κι έχει από φραγκόσυκα, ο κώλος του αγκάθια.


Σκουπίζει, πλένει, ξύνεται, το σκύλο του χαϊδεύει,
του πέφτει… ξαναζώνεται, παράλληλα κλαδεύει.

Εξέχασε το πότισμα, τη βρύση τρέχει ανοίγει,
μα πρόσεξε στη μάτιση, το λάστιχο έχει φύγει.

Ααα δεν του είναι δύσκολο, ξέρει και μαστορεύει,
που είναι το πριόνι του, με το μυαλό γυρεύει.

Σκέφτεται κι άλλο φτιάχνοντας, που βρίσκεται η σκάλα,
πρέπει να κόψει το κλαδί, στου πεύκου τη διχάλα.

Τι ώρα είναι άραγε… παδέλα του μυρίζει,
ο σκύλος μες τα πόδια του, κι ο γάτος νιαουρίζει.

Από κοντά τον έχουνε, γιατί κι αυτά πεινάνε,
αν πέσει σ’ ένα γλίστρημα, μπορεί και να τον φάνε.

Γυρίζει σαν τον τούρτουλα, κι η μέρα δεν του φτάνει,
νεκρό σημείο η ώρα του, δεν έχει να ανασάνει.

Πριν τελειώσει μια δουλειά, στην άλλη θηλυκώνει,
λίγο να κάμει έτσι ε… κεφάλι δεν σηκώνει.

Κουνούπια τον σταυρώνουνε, τον έχουνε κομμάτια,
ιδρώτες πέφτουν στα γυαλιά, αλλά και μες τα μάτια.

Κοιτάζει γύρω… δώθενες, με τι να τα σκουπίσει,
βλέπει και το παπούτσι του… έχει σκατά πατήσει.

Ρε Νιόνιο που βρεθήκανε, τα αναθεματισμένα;
τα βάζει με το γάτο του, που τα ‘χε σκεπασμένα.

Πολλές δουλειές, ατέλειωτες, αλλά και τι να κάνει,
δεν έχει μέτρα και σταθμά… ποτέ δεν λέει φτάνει.

Δεν ξανασαίνει ούτε στιγμή, γιατί είναι μαθημένος,
και τώρα… σαν τον τούρτουλα, κι ας είναι μαδημένος.

Είναι πολύ προσεχτικός, με ούλα αυτά που βλέπει,
για κλέφτες και για πρόληψη, παίρνει στροφή στην τσέπη.

Σαν βάζει αυτός το χέρι του, και να πληρώσει πάει,
γυρίζει ένα γύρω του, μην του ‘πεσαν κοιτάει.

Παρόλα αυτά… το δέχεται, η ζωή είναι ωραία,
ίσως κι αυτός ζωγραφιστεί, απάνου σε αμφορέα!!!

photo:benaki.org