Οκτώβρης

Ο Οκτώβρης ξεδιπλώνεται, με ζέστη… το μπαγάσα,
καλόβουλες και οι μέρες του, δίχως πολλά… και κιάσα.

Η θάλασσα τα αχνάρια του, κι αυτή ακολουθάει,
και πλάτσα – πλούτσου, ενδείκνυται, αφού ο καιρός βοηθάει.


Το βράδυ, από τίποτα… εβάλαμε σεντόνι,
γιατί επιτέλους δρόσισε, και μια μπουκιά σε γκόνει.

Μόνο που ο χρονοβάρβαρος… αυτός μας έχει σκάσει,
με προσευχές τον έχουμε, στο τέλος του να φτάσει.

Μποσάει μέσα η σκέψη μας, να μπει το 21,
να πάρουμε τα ίσια μας, να σταματήσει η βένα.

Βενάδοι ούλοι είμαστε, το ‘χεται καταλάβει,
στο κόκκινο ο εγκέφαλος, και πόσα να προλάβει;

Εφτούνος μας συνέτριψε, με τούτα και με τ’ άλλα,
για ψόφο μας κανόνισε… να φύγει και πιλάλα.

Χρωστάμε όμως στον παίδαρο, σ’ αυτό το παλικάρι,
πόσες… δίχως τα μέτρα του, ψυχές θα είχε πάρει;

Η μάσκα ο προστάτης μας… και μερικοί ας φωνάζουν,
μάθαμε και τα χνώτα μας, τη μυρουδιά που βγάζουν.

Κι οι ελιές εφέτος βόγκιξαν, και πως κρατιούνται ακόμα,
στου ΙΑΝΟΥ το πέρασμα, πολλές βρήκαν το χώμα.

Παλιά τσι εσηκώναμε, με δίχως χασομέρια,
και σήμερα αν εμπόριαμε… μα λείπουνε τα χέρια.

Τώρα η γη χορτάριασε, τσι κάλυψε και εφτούνες,
εμείς μόνο οι ξεσκέπαστοι, σε ούλες τσι φουρτούνες.

Ή… μάλλον καλυφθήκαμε, εφέτος… στη μουσούδα,
και λένε πως τεντώνεται, και του προσώπου η φλούδα.

Τουλάχιστο ακούσαμε, κι ένα καλό που κάνει,
μα έχω τσι υποψίες μου, κι αυτό… μην είναι πλάνη.

Εμπόδια από παντού, στη σύγχρονη εποχή μας,
και πως τα καταφέρνουμε, το ξέρει η ψυχή μας.

Πολλά βλέπουν τα μάτια μας, και υπάρχει ανησυχία,
μέχρι οι νεκροί στον τάφο τσους, δεν βρίσκουν ησυχία.

Πιο ομαλά δεν γίνεται να ζούμε τον Οκτώβρη,
μα ο χρόνος το παλιόπραμα, απ’ το Θεό να το βρει!!!