Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα

Γράφει ο Μάκης Δραγώνας

Ένας χρόνος και πλέον από την ανάληψη των καθηκόντων της, η κυβέρνηση της ΝΔ μοιάζει να κουβαλάει τα βάρη αρκετών χρόνων διακυβέρνησής της. Δύσκολα μπορεί κάποιος να βρει ένα πεδίο στο οποίο να πήγε τόσο καλά, ώστε να είναι και η ίδια ευχαριστημένη και το τμήμα του εκλογικού σώματος που αφορά η δράση της. Έχει αρχίσει να ανιχνεύεται το πρόβλημα στις ποιοτικές δημοσκοπικές μετρήσεις, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Το σοβαρότερο είναι ότι αφ’ ενός ακόμα και τα φιλικά μέσα πολλαπλασιάζουν την κριτική τους και προβάλουν τις διαφωνίες τους, αφ’ ετέρου η συνολική εικόνα της κυβέρνησης και του κυβερνητικού έργου απέχει πάρα πολύ από την εικόνα με την οποία θέλησε να εισέλθει στον στίβο, δηλαδή ως μια κυβέρνηση τολμηρή, με πρόγραμμα, με άριστους συνεργάτες, με γνώση των κρίσιμων ζητημάτων, με ικανότητες και εκτελεστικό σχέδιο και κυρίως με τη βούληση να εφαρμόσει χωρίς δισταγμούς το πρόγραμμά της, μια βούληση που στηρίζουν στο επιχείρημα ότι δεν έκρυψε τα σχέδιά της προεκλογικά, συνεπώς όποιος αντιδρά στην ουσία δεν αναγνωρίζει τη λαϊκή εντολή.


Αυτό το επιχείρημα, που στην αρχή αντιμετωπιζόταν – και από πολίτες που δεν ψήφισαν ΝΔ – με τη λογική «ας δούμε τι μπορεί να κάνει και αυτή η κυβέρνηση» σήμερα πια δεν φαίνεται να έχει την ίδια υποδοχή, τουλάχιστον από μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος. Το σημαντικό είναι ότι αυτές οι μεταβολές δεν οφείλονται κυρίως στον πολλαπλασιασμό ή την ένταση των κοινωνικών αντιστάσεων ούτε στη μεθοδικότητα και τους σχεδιασμούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Είναι αποτέλεσμα τριών τουλάχιστον παραγόντων που αφορούν στην ίδια και είτε δρουν χωριστά, είτε συνυπάρχουν σε πολλές περιπτώσεις. Πρώτον η νομοθέτηση και η εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής πάρα πολύ συχνά προσκρούει στην αντίθεση των κοινωνικών ομάδων τις οποίες αφορά ανεξάρτητα από την πολιτική τοποθέτηση των μελών τους. Δεύτερον, όλο και πιο συχνά η κυβέρνηση αδυνατεί να πραγματοποιήσει τις προεκλογικές υποσχέσεις της. Υποσχέσεις που μοίραζε απλόχερα. Παράδειγμα στο συνταξιοδοτικό (για κατάργηση του νόμου του ΣΥΡΙΖΑ ή δραστική αύξηση των συντάξεων…) ή στον τομέα των επενδύσεων (που θα έπνιγαν τη χώρα, μόλις έφευγε από τη μέση ο ΣΥΡΙΖΑ που τις εμπόδιζε). Αλλά και ζητήματα πέραν των οικονομικών, όπως είναι το προσφυγικό ζήτημα και οι υποσχέσεις για άμεση επίλυση μόλις φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ που κάνει την Ελλάδα ξέφραγο αμπέλι… Τρίτον, πέρα από τις αντιθέσεις απέναντι στην κυβέρνηση που αναδεικνύονται μέσα στην κοινωνία υπάρχουν σοβαρές αντιθέσεις στο ίδιο το σώμα των ψηφοφόρων της ΝΔ που αντανακλούν σοβαρές, μάλλον αγεφύρωτες, διαφορές στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης (ελληνοτουρκικά, προσφυγικό, δικαιώματα, διαπλοκή…) γεγονός που δυσκολεύει αν δεν ακυρώνει την επεξεργασία και εφαρμογή μιας και μοναδικής γραμμής.

Αυτό δε σημαίνει ότι η κυβέρνηση βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ούτε ότι η πτώση της θα έρθει σαν ώριμο φρούτο. Κανένα πολιτικό κεφάλαιο δεν αναλώνεται τόσο εύκολα ή έτσι απλά. Σημειώνω όμως ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι, γιατί το τέρμα ενός τέτοιου δρόμου είναι γνωστό ακόμα και στους πιο αισιόδοξους, είναι η απώλεια στηριγμάτων στο εσωτερικό της κοινωνίας, η απώλεια αξιοπιστίας και τελικά κρίσιμες απώλειες στο πεδίο της διεκδίκησης της ηγεμονίας. Πάντως αν η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέξει τη στάση που υπαινίσσονταν ακόμα και νουνεχείς πολιτικοί αναλυτές, φίλα προσκείμενοι σ’ αυτή, δηλαδή να μην κάνουν πουθενά πίσω, «γιατί αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες σε όποιο αλλά καυτό μέτωπο ανοίξει τώρα με τον κορωνοϊό (πλειστηριασμοί, υπόλοιπη ασφαλιστική μεταρρύθμιση). Έτσι το έδαφος γίνεται ακόμα πιο ευνοϊκό για την αντιπολίτευση, ιδίως για την αξιωματική. Γιατί όχι μόνο μπορεί να γίνει υποδοχέας αυτής της δυσαρέσκειας που χτυπάει σε κυβερνητικό τοίχο, αλλά μπορεί να αποκτήσει και ουσιαστικότερους δεσμούς με τα κινήματα που ενεργοποιούνται ως αντίδραση στην κυβερνητική εμμονή και τον αυταρχισμό.

Τελευταίο, το θέμα των συντάξεων. Με στόμφο ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός πως θα εφαρμόσει την απόφαση των δικαστηρίων και όρθιοι οι βουλευτές του κόμματος χειροκροτούσαν, όπως τους είχαν διατάξει να κάνουν, αλλά όταν αποκαλύφθηκε ότι η «γενναιοδωρία» του ήταν κολοβή, γιατί άφηνε απ’ έξω την πλειονότητα των δικαιούχων και αντισυνταγματική γιατί ερμήνευε την δικαστική απόφαση κατά πώς εξυπηρετούσε την κυβέρνηση η «ομάδα αλήθειας» ή μάλλον η «ομάδα χοντρής ΕΞΑΠΑΤΗΣΗΣ» ξεκίνησε να παίξει το γνωστό βιολί «η προηγούμενη κυβέρνηση φταίει». Το έργο βέβαια της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι τόσο εύκολο ή απλό, όσο ακούγεται. Μπορεί σ’ αυτές τις συνθήκες να περνάει πιο εύκολα ο αντιπολιτευτικός λόγος της και να μην εξουδετερώνεται από την εχθρική και μεροληπτική στάση των μιντιαρχών, όμως αφ’ ενός πρέπει να γίνει πιο σαφής, πιο ικανός να διεισδύσει σε συνειδήσεις που δεν θα απαλλαγούν εύκολα από τον επί δεκαετίες ιδεολογικό συντηρητικό χειρισμό.

Και εδώ να καταστήσω σαφές ότι η Δεξιά θεωρώντας ότι είναι ο φυσικός ιδιοκτήτης της χώρας, προσπαθεί να δημιουργήσει συνθήκες ανωμαλίας. Το έκανε τη δεκαετία του ’70, βλέποντας να έρχεται στα πράγματα το ριζοσπαστικό ΠΑΣΟΚ. Στελέχη της και τα φιλικά της μέσα ενημέρωσης προειδοποιούσαν τους πολίτες να μην τα ψηφίσουν γιατί θα καταστραφεί η Ελλάδα. Το έκανε και μετά την εκλογική συντριβή της το 1981, όταν μιλούσε για τη χούντα του ΠΑΣΟΚ και κατηγορούσε τον αρχηγό του ότι είναι ο κρυφός αρχηγός της «17 Νοέμβρη». Το έκανε πριν από τις εκλογές του 2015, όταν κορυφαίοι παράγοντες της, υπουργοί και βουλευτές σήμερα, καλούσαν τους ψηφοφόρους να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες για να μην τις βρουν οι επικίνδυνοι λαϊκιστές του ΣΥΡΙΖΑ.
Το έκανε ο πρώην αρχηγός της και πρώην πρωθυπουργός που άφησε άδεια ταμεία για να καταρρεύσει σύντομα η τότε κυβέρνηση και να επιβεβαιωθεί το σενάριο της αριστερής παρένθεσης, το οποίο ο ίδιος είχε εκπονήσει. Το έκανε και την περίοδο 2016 – 2019 αποκαλώντας τους πολιτικούς αντιπάλους της «κατσαπλιάδες» (εμφυλιοπολεμική ρητορική. Αλήθεια το 32,5 του ελληνικού λαού είναι «κατσαπλιάδες»;

Γι’ αυτό χρειάζεται πολλή και καλή προγραμματική επεξεργασία αποφυγή των εύκολων λύσεων με άκριτη υποδοχή όλων των αιτημάτων και βέβαια εγκατάλειψη της αυταπάτης ότι όσο πιο στρογγυλά, χωρίς τομές και αιχμές, λέγονται τα πράγματα, τόσο ευκολότερα τα αποδέχεται το ακροατήριο. Πρώτα απ’ όλα υπάρχουν πολλά και διαφορετικά ακροατήρια. Και δεύτερον ποτέ δεν πρόκειται να κερδηθεί ένα ακροατήριο στο σύνολό του. Αυτό που έχει σημασία είναι να κερδηθεί η πλειονότητά του και να κερδηθεί σε προοδευτικές και σοσιαλιστικές θέσεις.

Ο Μάκης Δραγώνας είναι συνταξιούχος ΕΤΕ.

photo: newpost.gr