Η νύχτα της «φρίκης» για τον Ελληνισμό της Ιωνίας

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης

«Σμύρνη! Εσένα που ο Μουσταφά Κεμάλ στις 9 Σεπτεμβρίου με τον στρατό του σε απελευθέρωσε για άλλη μια φορά. Σμύρνη εσύ που έριξες τους γκιαούρηδες στη θάλασσα και προστατεύεις τους ανήμπορους!»
(Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Μάρτιος 2019)


«Σαν σήμερα, πριν από 98 χρόνια, δεν σώθηκε μονάχα η Σμύρνη από την ελληνική καταπίεση, αλλά ολόκληρη η Ανατολία. Η Ελλάδα καταδικάστηκε σε αποζημιώσεις. Επίσης, αυτοί που εμπιστεύτηκαν άλλους, απογοητεύτηκαν στο τέλος. Τιμάμε τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, τους μάρτυρές μας και τους βετεράνους του Πολέμου της Ανεξαρτησίας μας»
(Μεβλούτ Τσαβούσογλου, Σεπτέμβριος 2020).

Με το πλήθος των αναφορών τούρκων πολιτικών αξιωματούχων για την καταστροφή του λίκνου της εξωελλαδικής αστικής τάξης, τη Σμύρνη, το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε συνέχεται με την πολιτισμική-οικονομική πρωτοκαθεδρία των ελληνικών κοινών της Ασιατικής Ελλάδας και τον ιστορικό συμβολισμό της αποδιάρθρωσής τους, απότοκο της ήττας του ελληνικού στρατού από τις κεμαλικές δυνάμεις τον Αύγουστο του 1922. Δεν είναι μόνο ότι ο Κεμάλ πέτυχε μια ολοκληρωτική νίκη έναντι των ελληνικών δυνάμεων οδηγώντας στον ενταφιασμό της «Μεγάλης Ιδέας», αλλά κυρίως ότι η γέννηση του Τουρκικού κράτους συνυφάνθηκε με την νομιμοποίηση των Μεγάλων Δυνάμεων για την πρόσκτηση του μεγίστου μέρους των εδαφών της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία, κατ’ αντιστοιχία του γράμματος του «Εθνικού Συμφώνου» που ψήφισε το τελευταίο Οθωμανικό κοινοβούλιο στις αρχές του 1920.
Αντίστροφα η νύχτα της φρίκης της 13ης Σεπτεμβρίου του 1922, καθίσταται αμείλικτη για τις αβελτηρίες της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και τις συνεπαγόμενες απολήξεις τις για τη μετέπειτα εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η εμπρηστική επίθεση των Νεότουρκων στην μητρόπολη του ελληνισμού το απόγευμα της 31ης Αυγούστου/13ης Σεπτεμβρίου (παλαιό/νέο ημερολόγιο) του 1922, εκδηλώθηκε αμέσως μετά από τις συστηματικές λεηλασίες των κεμαλικών στρατιωτικών δυνάμεων και των άτακτων ενόπλων ομάδων –Τσέτες– στην πόλη. Αντικειμενικός πολιτικός στόχος, ήταν η ολοκλήρωση της εθνικής ομογενοποίησης των αλλοεθνών πληθυσμών που διαβιούσαν στα ασιατικά (κυρίως) εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν μόνο η οικονομική, πολιτισμική και πολιτική πρωτοκαθεδρία του ελληνισμού της περιοχής που εξήρε την μοναδικότητά του, αλλά κυρίως ο ελληνικός τρόπος του βίου που ανήγαγε την «κοσμόπολη» του ελληνισμού σε αέναη απειλή για την συγκρότηση του τουρκικού έθνους. Κατά τον μέντορα του τουρκικού στρατού, Γερμανό στρατηγό Λίμαν Φον Σάντερς: « Ουδέποτε, η Τουρκία θα έχει ασφάλεια στην δυτική Μικρά Ασία εφόσον εκεί είναι μια άλλη Ελλάδα».

Το μέγεθος της καταστροφής για την μητρόπολη της Ασιατικής Ελλάδας ήταν ολοκληρωτικό, σηματοδοτώντας το τέλος της πολύ-πολεοτικής οργάνωσης του ελληνισμού, από τις απαρχές του, κατά τη διάρκεια των κρητομυκηναϊκών χρόνων (1700-1070 π.χ.), έως τις αρχές του 20ο αιώνα (1922), σε πόλεις και κοινά. Αρκεί η αναδίφηση σε πρωτογενείς αρχειακές πηγές του διπλωματικού & ιστορικού αρχείου του Ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, για να ξετυλιχθεί η ζωντανή καταγραφή των θηριωδιών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της πυρπόλησης της Σμύρνης, καταγράφοντας το εύρος της «Δάντειας» τραγωδίας. Μεταξύ εκατοντάδων μαρτυριών, τα ακόλουθα αποσπάσματα περιγράφουν εναργώς το μέγεθος των βιαιοτήτων:

«Η νυξ της φρίκης. Η κολοσσιαία αυτή πυρκαία υπεχρέωσε τους κατοίκους πανικόβλητούς να τρέξουν προς την προκυμαίαν. Το θέαμα της προκυμαίας ήτο διαβολικώς αξιοθρήνητον […] η θέσις των εκεί προσφύγων επεδεινούτο έτι περισσότερον, ευρίσκετε μεταξύ πυρός και θαλάσσης, και το εις την απελπιστικήν ταύτην κατάστασιν ευρισκόμενον πλήθος διέσχιζον Τούρκοι στρατιώται οπλισμένοι. Λεηλασία, κλοπαί απέραντοι, και ακατανόμασται πράξεις ετέθησαν εις εφαρμογήν καθ’ όλην την γραμμήν κατά των πανικοβλήτων τούτων πληθυσμών, […]. Πολλοί εξ απελπισίας ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και κατέφυγον εις βασιλικά Ευρωπαϊκά πλοία, τα οποία δυστυχώς δεν τους εδέχθησαν. […]. Την πρωίαν της Πέμπτης της 14ης Σεπτεμβρίου 1922 (ν.η) ο κόλπος της Σμύρνης παρουσίαζε θέαμα τρομακτικόν, επί των κυμάτων έπλεον πτώματα πολυαρίθμων ανθρωπίνων πλασμάτων, ως να είχον ναυαγήσει ταυτοχρόνως πολλά πλοία. Υπήρχαν δε διάφοραι λέμβοι κατάμεστοι από πρόσφυγας επί της θαλάσσης, αναμένοντες σωτηρίαν. Ήρχισαν να καιώνται αι επί της προκυμαίας ευρισκόμεναι οικίαι».

«Οι Τούρκοι οδηγούν τους κατοίκους εις τας Εκκλησίας, τα σχολεία και τα μεγάλα κτίρια και τους έλεγον. Μη φοβείσθαι θα σας δώσωμεν. Και αφού τους, συνήθροιζον εκεί, τους έκαιον κατά μάζας. Είδον Τούρκους Αξιωματικούς να οδηγούν μικρά παιδιά εις την πυράν και εις την σφαγήν. Και δεν έσφαζον και δεν έκαιον μόνο Έλληνας και Αρμενίους, αλλά και Άγγλους. Οι δρόμοι είχον υπερπληρωθή πτωμάτων. Το παν εκαίετο. Παντού ανεδίδετο η οσμή της καμένης ανθρώπινης σαρκός. Η προκυμαία απετέλει κατάμαυρον όγκον από τον συνωστιζόμενον κόσμον».

Υπό αυτό το πρίσμα, τα αίτια του ξεριζωμού του ελληνισμού της Ιωνίας, συνδέονται με την απουσία στρατηγικής για τη διαχείριση της ήττας, της Ελληνικής στρατιάς στη Μικρά Ασία, τον Αύγουστο του 1922. Είναι χαρακτηριστικά τα διαδοχικά τηλεγραφήματα, του ύπατου αρμοστή της Σμύρνης, Α. Στεργιάδη, στις 17/30 Αυγούστου 1922, προς την αντιβενιζελική κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, επισημαίνοντας το ανοχύρωτο της πόλης και τον αναφυόμενο κίνδυνο για τη διαβίωση των ελληνικών πληθυσμών, ζητώντας την άμεση λήψη πολιτικών-στρατιωτικών μέτρων για τη σύμπτυξη αμυντικής γραμμής στη Σμύρνη, παράλληλα με τη διπλωματική κινητοποίηση των δυνάμεων της Ανταντ για την ανάσχεση της Κεμαλικής προέλασης.

«Μόνη υπολειπομένη προσπάθεια είναι κατά την γνώμην μου να κρατήσωμεν στενήν περί την Σμύρνη γραμμήν των προ πολλού μελετηθείσαν αλλά ατυχώς μη ωχυρομένην και εκεί ανασυντασσόμενοι να προκαλέσωμεν επέμβασιν των Συμμάχων προς σωτηρίαν χριστιανικών πληθυσμών».
Τουναντίον η κυβέρνηση του Πρωτοπαπαδάκη, θα ζητήσει από τον Στεργιάδη τη λήψη διοικητικών μέτρων για την παρεμπόδιση της καθόδου των ελληνικών πληθυσμών από τη ενδοχώρα προς τη Σμύρνη, ενώ τίθεται σε εφαρμογή η καθολική απαγόρευση της εξόδου τους από τη Μικρά Ασία, σύμφωνα με τον νόμο (2870/1922) περί διαβατηρίων, που ψηφίσθηκε στις 20 Ιουλίου του 1922, και προσέδιδε τη δυνατότητα αναχώρησης για την Ελλάδα μόνο σε κατόχους ελληνικού διαβατηρίου. Παράλληλα, η Ιη Ελληνική Μεραρχία, που βρίσκονταν στη Θράκη, θα μεταφερθεί, με μεταγωγικά πλοία, στο λιμάνι της Σμύρνης (23.8/5.9 1922). Δύο τάγματα της Ιης Μεραρχίας μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικώς προς τη Μαινεμένη, για να ανακόψουν το προσφυγικό κύμα προς τη Σμύρνη, ενισχύοντας παράλληλα το ηθικό των γηγενών πληθυσμών. Ο στόχος δεν επετεύχθη, καθότι η ορμή του προσφυγικού κύματος τα ανάγκασε να επιστρέψουν στη Σμύρνη, ενώ και οι άλλες μονάδες της Ιης Ελληνικής Μεραρχίας, αρνήθηκαν να αποβιβασθούν, απαιτώντας (και μάλιστα υπό την απειλή εξεγέρσεως) να επιστρέψουν στη Θράκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού που βρίσκονταν στην προκυμαία της Σμύρνης επιβιβάσθηκε, χωρίς κανέναν περιορισμό, σε καταπλέοντα πλοία, διαφεύγοντας από τη Μικρά Ασία, στις 25 Αυγούστου/ 7 Σεπτεμβρίου του 1922. Την αμέσως επόμενη ημέρα (26.8/8.9.122) απέπλευσαν και τα τελευταία ελληνικά πλοία από το λιμάνι της Σμύρνης, μεταφέροντας τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές. Ακολούθησε η είσοδος μέρος του ιππικού του Κεμάλ στην ανοχύρωτη πόλη, (27.8/9.9.1922) με τις συμπαρομαρτούσες θηριωδίες που ξετυλίχθηκαν τις αμέσως επόμενες μέρες, μέχρι και τον εμπρησμό.
Καταληκτικά, το αποτέλεσμα της Μικρασιατικής καταστροφής αντικατοπτρίζονταν στην κοσμοαντίληψη των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων για τον εξωελλαδικό ελληνισμό. Οι Έλληνες Μικρασιάτες ταυτίζονταν με τον βενιζελισμό, γεγονός που απέκλειε τη συνάντησή τους με τους φορείς του παλαιοκομματισμού (βασιλικοί-αντιβενιζελικοί, θρόνος). Αφενός γιατί δεν είχαν καμία «οργανική συ¬νάφεια» (οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική κ.λπ.) μαζί τους, και αφετέρου γιατί συνιστούσαν μια άμεση απειλή για την πολιτική τους επιβίωση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πρίγκιπας Ανδρέας, διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1921), σε επιστολή του, στον Ι. Μεταξά (19.12.1921) :

«Ἀπαίσιοι πραγματικῶς εἶναι οἱ ἐδῶ Ἕλληνες, ἐκτὸς ἐλαχίστων. Ἐπικρατεῖ Βενιζελισμὸς ὀγκώδης καὶ κατὰ τὴν 15ην Δεκεμβρίου εἶχον κλείσει σχεδὸν ὅλα τὰ καταστήματα. Θὰ ἤξιζε πράγματι νὰ παραδώσωμεν τὴν Σμύρνην εἰς τὸν Κεμὰλ διὰ νὰ τοὺς πετσοκόψῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀχρείους, οἱ ὁποῖοι φέρονται οὕτω κατόπιν τοῦ φοβεροῦ αἵματος ὅπερ ἐχύσαμεν ἐδῶ».

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

photo: lifo