Αφιέρωμα, Ζάκυνθος 1953- Χρονικό θανάτου, της Μαρίας Ρουσέα

Αφιέρωμα, Ζάκυνθος 1953
της Μαρίας Ρουσέα

Zάκυνθος 10, 11, 12 Αυγούστου 1953

Μνήμη Τέτας Στάμου!

Επέλεξε να καεί μαζί με το σπίτι της,
παρά να εγκαταλείψει την παράλυτη μάνα της!

Τη Δευτέρα το βράδυ, ήμαστε στον κινηματογράφο, στο ρεπάρο της Ιονικής Τράπεζας, και βλέπαμε το «Στρόμπολι» του Ροσσελίνι με την Ίνγκριτ Μπέργκμαν.
Πίσω μας καθότανε ο Ντίνος Κονόμος και εσχολιάζαμε την υπόθεση του έργου. Ηφαίστειο Στρόμπολι, έρωτας Μπέργκμαν – Ροσσελίνι!!! Όταν ξαφνικά έσκισε τον ουρανό από ανατολή προς τη δύση ένας εκτυφλωτικός διάττοντας! Όλοι οι θεατές φωνάξαμε! Με μία φωνή. Ο Ντίνος ο Κονόμος ακούστηκε να λέει ταραγμένος:
Κάποια μεγάλη συμφορά θα γένει, δεν μπορεί!
Σώπα, καημένε Ντίνο, του λέω, ωραίο άστρο ήτανε! Είδες φως!!!
Μέσα μου σκεφτόμουνα τις προλήψεις, έπεσε προς τη δύση, αν πήγαινε αντίθετα θα ήταν ευτυχία.
Καλή νύχτα! Αύριο με το καλό!

Κοιμόμαστε στο δεύτερο πάτωμα με διάπλατα παράθυρα. Η ταράτσα μας μοσκοβόλαε από τις ανθισμένες μπουγαρινιές μου. Εγλυκοχάραζε όταν άρχισε ο πρώτος σεισμός, ο λεγόμενος της Τρίτης 11 Αυγούστου!
Πέσαμε κάτω από τα κρεβάτια μας, γιατί μπερδευτήκαμε στα σεντόνια, οι ασβέστες από τους τοίχους μάς ράντιζαν, το μεγάλο κάδρο με τη βαριά, χρυσή κορνίζα, πορτρέτο της θείας μου Αΐντας, σε φυσικό μέγεθος ζωγραφισμένο από τον πατέρα μου, γκρεμίστηκε πάνω στο κρεβάτι μου.
Φτηνά τη γλίτωσα για την ώρα, είπα.
Η Νίνα βρισκόταν σαν ίσκιος στο κεφαλόσκαλο με το σεντόνι στους ώμους, το αποστεωμένο χέρι της μας καθησύχαζε, μας συγκρατούσε.
Ο πατέρας μου, μέσα στον πανικό του, σκέφτηκε το Γιαννάκη, παιδί ακόμη, κοιμόταν αναίσθητα, τον τράβηξε, τα μαλλιά του και τα αραιά τσίνουρά του γιομάτα ασβέστες. Το σπίτι σειόταν ακόμη.
Όταν σταμάτησε κατεβήκαμε στο κατώι. Τι είδαμε; Όταν περνούσαμε το πρώτο πάτωμα, όλα κάτω.
– Ω! δουλειά θα ‘χουμε, σκέφτηκα.
Το απέναντι σπίτι είχε χάσει το βορινό τοίχο του κι έμοιαζε το εσωτερικό του σαν σκηνικό θεάτρου! Δεν ξέρω τι γινότανε πιο πέρα από τη γειτονιά μας.
Η μάνα μου ήτανε σε κακή κατάσταση. Αργότερα της φέραμε κάτω το κρεβάτι της, εκείνο το παιδικό μου, το βάλαμε μέσα στο εργαστήριό μου.
Καβαλέτα, τελάρα, χρώματα, οι τοίχοι γιομάτοι πίνακες!

Πλατεία Αναλήψεως. Απανθρακωμένα Λεωφορεία.
Φωτο απο το Λεύκωμα «Ράγισε η Φλούδα του Ροδιού» (Εντυπο)

Τετάρτη 12 Αυγούστου, ενωρίς το πρωί πήγαμε με την Τζένη να δούμε τι είχε γίνει μέσαθες, εφτάσαμε στον Άγιο Παύλο. Σαν να είχε κηρυχτεί ξανά πόλεμος, όλος ο κόσμος ανάστατος, κουβέντες και σχόλια διάφορα, να προσπαθεί να συγυρίσει.
Εγυρίσαμε. Είδαμε το ρολόι του Φόρου, ήταν 11 παρά 10΄ όταν περνούσαμε. Είχε έρθει σπίτι ο Αντώνης ο ξάδελφός μου και περιέγραφε πώς ήταν τα πράγματα στον Άγιο Λάζαρο. Του λέω:
Πάμε πάνω να με βοηθήσεις να πάρω τη μικρή βιβλιοθηκούλα μου;
Τολμήσαμε και ανεβήκαμε στο δεύτερο πάτωμα. Όλοι οι σοβάδες μαδημένοι κάτω, στην ταράτσα οι μπουγαρινιές μου κομμένες λες με σπαθί!
Θα ξανανθίσουν, είπα. Έλα πιάσε τη βιβλιοθήκη, μπορούμε!
Εκείνη τη στιγμή άρχισε ο μεγάλος σεισμός! Δύο πήδους εκάμαμε μέχρι το κεφαλόσκαλο, είδα αριστερά μου ν’ ανοίγει ο εξωτερικός τοίχος, κοντά στο «βροντάλε» και να φαίνεται ξαφνικά η Μπόχαλη, ο άλλος ένας – δύο – τρεις πήδοι να φύγουμε από τη σκάλα που μας χοροπηδούσε σαν ζωντανό αφηνιασμένο! Όταν φτάσαμε κάτω, με τους άλλους, ακούσαμε χλαπαταγή, σκόνη σύννεφο, γκρεμίστηκε ολόκληρη η ξύλινη σκάλα, το ένα της κομμάτι απάνω στο άλλο!
Στεκόμαστε όλη η οικογένεια στη μεγάλη είσοδο του αρχοντικού που είχαμε για σπίτι μας. Τα τεράστια δρύινα πορτόφυλλα της εξώθυρας κρατούσαν το ταβάνι, οι πέτρες πέφτανε έξω, μπροστά μας και σιγά – σιγά ανέβαιναν να κλείσουν το πέρασμα. Ο απίστευτος γδούπος, ο κρότος και ό,τι τσακιζόταν και γκρεμιζόταν γύρω μας, ο υποχθόνιος ρόγχος!
Ύστερα, απίθανη σιωπή! Σαν να είχαμε κουφαθεί! Και ύστερα, φωνές και καλέσματα από δω κι από κει.
Ο πατέρας μας: Δεν ήταν μαζί μας ο πατέρας μας!
Εγώ κι η Τζένη βγάλαμε το κεφάλι μας από την πόρτα. Είδαμε έναν άνθρωπο πέρα προς τη Μητρόπολη, να πηδάει γκρεμισμένους τοίχους και να φωνάζει «παιδιά μου»! Είμαστε όλοι καλά! Ήρθε! Τώρα πρέπει όλοι να βγούμε έξω, προς τα πού να πάμε; Προς το πλάτωμα του Αγίου Ιγνατίου, στο Καραμπίνειο, έχει περιβόλια. Επήραμε τη μάνα μας αγκαλιά, η Τζένη κι εγώ, εσταυρώσαμε τα χέρια μας «καρεκλούλα»! Ήτανε τόσο ελαφριά! Σαν πούπουλο!
Βρεθήκαμε όλοι και οι γείτονες, στο πλάτωμα. Η μάνα μας πνιγόταν, την έπνιγε η σκόνη. Ο ουρανός κίτρινος, πηχτός, αδιαπέραστος, μια τρύπα σαν θολό πηγάδι, στο βάθος του ο ήλιος μια μπάλα πρασινόμαυρη χωρίς ακτίνες! Η γη κουνιόταν κι έτριζε συνέχεια! Λέει η Τζένη:
Βουλιάζουμε! Μαρία, αντίο!
Άσ’ τις βλακείες, λέω εγώ αγριεμένη.
Σε λίγο είδαμε να ανεβαίνουν μαύροι καπνοί από νότια. Η Ζάκυνθος εντέλει άρχισε να καίγεται!
Ένα μικρό αεροπλανάκι πέρασε από πάνω μας! Βοήθεια! Βοήθεια!!! Έπρεπε να βγούμε από το κλειστό πλάτωμα, τα ερείπια έπεφταν σε κάθε κούνημα! Είδα ότι κάποιος πέρασε ανάμεσα από το ισόγειο του Καραμπίνειου προς τα περιβόλια, έξω από το πλάτωμα. Πάω να δω, ναι, φεύγουμε, θα περάσουμε. Κι αν γίνει σεισμός εκείνη την ώρα; Τι να κάνουμε, ας γίνει, εδώ θα ψηθούμε ζωντανοί.
Η ζέστη ήταν αφόρητη, η σκόνη μας τύφλωνε, νερό δεν υπήρχε, τόσα πηγάδια σε κάθε σπίτι είχαν θαφτεί! Ξαναπήραμε τη μάνα μας αγκαλιά, δε σκέφτηκα τους άλλους, δε θυμάμαι πια κανέναν άλλον από την οικογένειά μου, ούτε το νόνο μου ούτε τη θεία μου Θεώνη ούτε τα ξαδέλφια μου! Είχαμε αγκαλιά τη μάνα μας την ετοιμοθάνατη.
Στο φρύδο του Ψηλώματος, πάνω από τα περιβόλια του Καραμπίνειου, ο φίλος μου ο Σπύρος ο Μυλωνάς ο μεσαίος.
Μαρία, Τζένη, τι γίνεται; Ελάτε, ελάτε μαζί μου!
Μας πήρε, πώς, με τι μέσο δε θυμάμαι. Μας απίθωσε στ’ αλώνια τους στις Βαρρές κι εκεί ήτανε η πρώτη μας στάση. Μας δώσανε, οι σέμπροι, λιόπανα να ξαπλώσουμε και νερού να πιούμε και γάλα.
Τη νύχτα, ξαπλωμένη ανάσκελα πάνω στο ξεραμένο χώμα είδα για πρώτη φορά όλο το γύρισμα τ’ ουρανού, τους αστερισμούς, πάνω από το κεφάλι μου.
Τη Μεγάλη και τη Μικρή Άρκτο, την Κασσιόπη, τον «Αυγερινό» και την «Πούλια»!
Γυρίζανε σιγανά, ενώ κάτω από το κορμί μου τρίζανε κατά διαστήματα τα θεμέλια του νησιού μας, κι ενώ οι φλόγες της Χώρας περνούσαν το ύψος του Κάστρου.
Τα παιδιά του Μυλωνέικου πήγαν στην Μπόχαλη να δούνε. Γύρισαν, είπαν:
Τώρα καίγεται το σπίτι μας.
Η Ελένη είπε:
– Είχα μαζέψει όλα τα κοσμήματα σ’ ένα μαντήλι, με το δεύτερο σεισμό τ’ άφησα απάνω στο κρεβάτι.
Το πρωί είπα:
Μαμά, θα πάω μέχρι το Ψήλωμα να δω τι γίνεται!
Έφτασα στο φρύδο του Καραμπινείου, κόσμος πολύς στα περιβόλια του. Βλέπω στη θάλασσα, κοντά προς το νοσοκομείο, ένα μεγάλο καράβι.
Κάποιος με φωνάζει, ο Γιάννης ο Τετράδης.
Ελάτε εδώ που ξέρετε αγγλικά.
Κατεβαίνω, τέσσερις – πέντε Άγγλοι στρατιώτες μ’ έναν αξιωματικό.
Ρωτήστε τους, δεσποινίς, θέλουν να τους εγκαταστήσουμε εδώ;
Ναι! Εδώ η πρώτη κατασκήνωση.
Βρήκα και τη θεία μου Θεώνη με τη Ριγγίνα και το νόνο μου και τα παιδιά.
Πού αλλού υπάρχουν συγκεντρωμένοι άνθρωποι;
Θα σας πάω!
Δεν ξέρω πώς είχε έρθει ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο με περίεργες ρόδες, ψηλό, που είδα μετά ότι καβαλίκευε τοίχους γκρεμισμένους! Σκαρφάλωσα επάνω, τους πήγα στο Σταυρό, που τότε δε λεγόταν έτσι, του Ψηλώματος, στα λιοστάσια, έγινε εκεί άλλη κατασκήνωση. Στο Ακρωτήρι άλλη. Σκηνές, φανάρια θυέλλης, κουβέρτες, κιβώτια με κονσέρβες, χάρτινοι σάκοι με φρέσκα, ζεστά ψωμιά, βαρέλια με νερό που έγραφε Water of Thames, τουαλέτες χημικές!! μου είπαν.
Και τώρα, δεσποινίς, που είναι η δική σας οικογένεια, δε θέλετε τίποτα εσείς;
Να σας πάω!
Επήγαμε στις Βαρρές, έβγαλαν κιβώτια με κονσέρβες, τα πήραν οι σέμπροι , τους προσφέρανε φρέσκο γάλα από τις γελάδες. Δύο – τρεις μέρες τριγύριζα μαζί τους και στήναμε σκηνές, έβλεπα έβλεπα· Ζάκυνθος δεν υπήρχε πια!
Τώρα, μου είπαν οι Άγγλοι, αδειάσαμε εντελώς το πλοίο, δεν έχουμε τίποτα άλλο, φεύγουμε!
Έμαθα, μου είπαν οι Άγγλοι, έφευγαν από το Σουέζ, έπιασαν το σεισμό ανοιχτά, πίσω από τη Ζάκυνθο, αλλάξανε ρότα και ήρθαν, ήτανε τροφοδοσίας του στόλου!
Την Παρασκευή, ή κάπου εκεί, έφυγε η μάνα μου και η Τζένη με τα πλοία που κουβαλούσαν τραυματίες και πρόσφυγες.
Εγώ όχι, δεν ήθελα να φύγω. Όσο υπήρχαν ερείπια αναγνωρίσιμα, ήθελα να βλέπω! Βρέθηκα να μένω σε κάποια σκηνή στο Ακρωτήρι με τη θεία μου τη Θεώνη. Δεν ξέρω ποιος μας έστειλε εκεί. Ξέρω μόνο ότι είχε έρθει ο Χατζηδάκης και ότι ήμουν κοντά του και με τον πατέρα μου· πού κοιμόταν ο πατέρας μου δεν ξέρω! Φαίνεται ότι κάπως είχε χαθεί το μυαλό μου.
Εντέλει, ήρθε δικός μας στρατός ελληνικός κι ο Χατζηδάκης είχε δικά του συνεργεία για να ξεθάβει εικόνες! Στην εκκλησία του Αγίου, είχε μείνει όρθια, εκεί τις μάζευαν. Εκεί είδα από κοντά, ήρθε να προσκυνήσει, τον Παπάγο· ήμαστε με τη Λένα τη Λαμπράκη, δεν τον πλησίασε.
Τώρα θα με δει, είπε.
Εκείνος μας χαιρέτησε κουνώντας το κεφάλι, δίχως λέξη.
Άρχισαν από το Μηχανικό του Στρατού οι ανατινάξεις, για να ισοπεδώνουν τα ερείπια, ν’ ανοίξουν περάσματα εκεί που καίγονταν ακόμη.
Το καμπαναρίο και η εκκλησία των Αγίων Πάντων, αντιστεκόταν, δεν ήθελαν να πέσουν με τίποτα! Είχαν όμως καεί και δίπλα το Θέατρό μας! Η Φανερωμένη καιγόταν τώρα!
Ήμουνα στα μπάνια του Παγή, εκεί μαζεύονταν οι διάφοροι υπάλληλοι, ντόπιοι και φερτοί. Ήμουν κοντά στη Δομινίκα του Ρώμα Πλανητέρου, άναβε το ένα τσιγάρο με το άλλο, ήταν ολοκόκκινη κι αναστέναζε συνέχεια, βαριά σφυριχτά, φοβόμουν ότι κάτι θα πάθει.
Ακούς, Μαρία, για πρώτη φορά ήμουν τυχερή, στον κλήρο που βάλαμε, μου έτυχαν οι σπουδαιότεροι πίνακες! Καήκανε όλα μαζί με το σπίτι.
Πώς να την παρηγορήσω;
Ο πατέρας μας μας είπε μετά, αφού είχαμε συγκεντρωθεί σώοι, ότι είδε, εκεί στην πλατεία Αγίου Μάρκου, που βρέθηκε και που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος κι έπεσε στα γόνατα, ότι είδε το «Ρωμιάνικό» του να γέρνει και να συντρίβεται σαν να ‘ταν από τραπουλόχαρτα!
«Δεν υπάρχει πια Ζάκυνθος! Δεν υπάρχει πια Ζάκυνθος!», επαναλάμβανε το ουρλιαχτό μέσα μου.
Μου λέει ο Χατζηδάκης:
Πάμε να πλυθούμε στη θάλασσα. Μου έστειλε η γυναίκα μου ένα σαπούνι που μπορείς να σαπουνιστείς με θαλασσινό νερό.
Επήγαμε εκεί που πριν λίγες μέρες ήταν το ρεπάρο του Βούλτσου.
Κατάλαβες, Μαρία, μου έλεγε, όλες οι σπουδαίες εικόνες από το Μουσείο του Παντοκράτορα, τις είχαμε μεταφέρει στον όροφο του Αρχειοφυλακείου, το Μόντε, που ετοιμάσαμε για Νέο Μουσείο, καήκανε όλες! Η «Ναυμαχία της Ναυπάκτου», η «Θεία Λειτουργία».
Πώς να τον παρηγορήσεις κι αυτόν;
Θα σου δώσω στρατιώτες να πας στο εργαστήριό σας, πήγαινε μάζεψε τα έργα σας!
Μ’ αυτά θα ασχοληθούμε τώρα; Δε θα ξαναζωγραφίσω πια!
Ένα ήσυχο δειλινό είχα ξαπλώσει ανάσκελα σ’ ένα λοφάκι του Ακρωτηριού, χλιαρό, μαλακό, από το νιόβγαλτο χορτάρι, η γη δεν τρανταζόταν, η Χώρα δε φαινόταν, άκουγα μόνο το βαρύ βρυχηθμό από τα τεράστια μηχανήματα και το ροβόλημα από τα συντρίμμια που άδειαζαν. Σαρώνουν τα ερείπια, σαρώνουν τη Χώρα, μαζί και όλα όσα είναι ανακατεμένα σε αυτά, άνθρωποι, πράγματα, θησαυροί, αβγαταίνει ο Αιγιαλός ξανά, από προσχώσεις, μεγαλώνει η Χώρα, μεγαλώνει!
Ήρθαν και τα «κοράκια»! Τα είδα! Τα βλέπω σμάρια πολυάριθμα. Έτσι ξαπλωμένη κοιτούσα πάλι τον ουρανό, η δύση σε εκρηκτικό μεγαλείο και είπα: «Αυτή τη στιγμή πεθαίνει η μάνα μου!» Κι έτσι ήταν.
Με ειδοποίησαν την επομένη το πρωί, να πάω αμέσως. Δεν την είδα, ήμουν μακριά της. Πάει η Ζάκυνθος, πάει και η Μάνα μου!
Από δω και πέρα τι; Τίποτα πια.
«Ποτέ πια τώρα!»
Σε λίγες μέρες έφτασα μόνη μέχρι τα ερείπια του σπιτιού μας για να τα αποχαιρετήσω προτού τα σαρώσουν. Εμπήκα στο εργαστήριο, είχε πέσει ο μεσότοιχος κι είχε πλακώσει το κρεβάτι μου, που είχε κοιμηθεί η μάνα μου εκείνη την τελευταία νύχτα. Όλοι οι πίνακες έμειναν στους υπόλοιπους τοίχους, ήτανε φρούριο το σπίτι! Είχε γκρεμιστεί προς τα πίσω· το παρέσυραν οι δύο ταράτσες. «Φτηνά τη γλίτωσε η μάνα μου», σκέφτηκα, μα ύστερα είπα είναι πεθαμένη!…

Μέσα από το εργαστήριο έβγαλα την κασετίνα μου με τα χρώματα, ένα καβαλέτο υπαίθρου, δύο – τρία τελάρα με μουσαμά. Τα πήρα μαζί μου στη σκηνή του Ακρωτηριού… Και ύστερα…
Ύστερα έφυγα για τη Σχολή Καλών Τεχνών!

Τα κείμενα προέρχονται από το τεύχος 52 του «Περίπλους», «Αφιέρωμα, Ζάκυνθος 1953 – 2003, Πενήντα χρόνια από τους σεισμούς» και αναδημοσιεύθηκε απο την Εφημερίδα ΗΜΕΡΑ Αυγουστος 2009.