Η φενάκη της πολιτισμικής συνέχειας της Ζακύνθου (Με αφορμή την τραγική επέτειο των σεισμών του 1953)

Ο Ανδριάντας του Δ.Σολωμού πεσμένος στη γη
Φωτο απο το Λεύκωμα «Ράγισε η Φλούδα του Ροδιού» (Εντυπο)

Η ιστορική μνήμη για να διατηρηθεί έχει ανάγκη τον χώρο, την εικόνα και την άμεση νοητικά και αισθητικά διασύνδεση με το παρελθόν που γεννά το παρόν και ορίζει το μέλλον. Η μακρόχρονη ιστορία της Ζακύνθου μπορεί θα λέγαμε να χωριστεί αδρομερώς σε δυο περιόδους, την προσεισμική και τη μετασεισμική, διαχωρισμός με πολιτιστικές, κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις.
Την αποφράδα εκείνη μέρα της σεισμοπυρκαγιάς της 12ης Αυγούστου του 1953 η παλιά Ζάκυνθος έπαυσε οριστικά να υπάρχει και από τις στάχτες της ορθώθηκε ένα κακέκτυπο, ένα δύσμορφο δήθεν απείκασμα του παρελθόντος, που έμελλε να γαλουχήσει τη σύγχρονη κουλτούρα του νεοζακυνθινού.
Ο Ζακυνθινός της μετασεισμικής περιόδου ουδεμία σχέση έχει με αυτόν της προσεισμικής Ζακύνθου, ακόμα κι αν μιλάμε για τη γενιά εκείνου που κατάφερε να ζήσει διαδοχικά και τις δυο εποχές. Σαν εκείνα τα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν να καταβαράθρωσαν μια ολόκληρη κουλτούρα και να απομύζησαν κάθε ιδεολογική και αισθητική ρανίδα από τους κατοίκους του πολύπαθου νησιού. Η περίπτωση του σεισμού της Ζακύνθου είναι η απόδειξη πως μια στιγμή αρκεί για να αλλάξει τον ρου της ιστορίας και να παραποιήσει με τον πιο ανηλεή τρόπο έναν ολόκληρο πολιτισμό. Κάτι αντίστοιχο ίσως με την περίπτωση της Μινωικής Κρήτης μετά την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας και το φονικό τσουνάμι που αφάνισε τον πρώτο μεγάλο πολιτισμό της Ευρώπης. Τραγική σύμπτωση ότι ακριβώς 500 χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, η οποία απομάκρυνε το Γένος από τις ρίζες του, η πόλη της Ζακύνθου βίωσε τη δική της «άλωση» και ταυτόχρονα την αλλοτρίωση της ταυτότητάς της.

Η σύγχρονη Ζάκυνθος χτίστηκε βιαστικά πάνω στα συντρίμμια και την τέφρα της για να μπορέσει να διαγράψει τη ζοφερή μνήμη του σεισμού και να στεγάσει τις ελπίδες για ένα ασφαλέστερο μέλλον. Μέσα όμως στο μπετόν των νεότευκτων κτηρίων εγκλωβίστηκε για πάντα η ιστορική μνήμη και κατ’ επέκταση η ιστορική συνέχεια.
Όπως έχει γράψει σε άρθρο του ο Ζακυνθινός ιστορικός Δημήτρης Αρβανιτάκης «η μνήμη για να υπάρξει έχει ανάγκη το στήριγμα του χώρου»( Δημήτρης Αρβανιτάκης, «Μνήμη και δομημένος χώρος», Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008) το έρεισμα λοιπόν του χώρου η Ζάκυνθος το απώλεσε εκείνα τα τραγικά δευτερόλεπτα όπου η γη σείστηκε με τέτοια μανία σα να ήθελε να αποκηρύξει το χθες της.
Το παράδειγμα της νέας πόλης της Ζακύνθου είναι μια ζωντανή απόδειξη της προχειρότητας και της ευκολίας που χαρακτηρίζει τον νεοζακυνθινό. Χτίστηκε άναρχα, χωρίς πολεοδομική μελέτη και κυρίως χωρίς σεβασμό στο αλλοτινό, στερώντας έτσι την πολυπόθητη σύζευξη με το παρελθόν της, η οποία τής στοίχισε ουσιαστικά την ιστορική συνέχεια.
Ο Ζακυνθινός του 21ου αιώνα δεν αναγνωρίζει πια τις βαθύχρονες ρίζες του, τον καλαίσθητο (αλλά και γεμάτο βαθιές κοινωνικές ανισότητες) κόσμο που έχτισαν οι πρόγονοί του κι έμεινε απλώς να αναπολεί το παρελθόν, συχνά σε επίπεδο απλής φιλολογίας και προφορικής συνήθειας, όπως την κληρονόμησε από τους θεματοφύλακες της ανάμνησης, γηραιότερους. Δεν έχει τα χωρικά τεκμήρια για να επικοινωνήσει με το σπουδαίο παρελθόν του, παρά μόνο μέσα από θολές μνήμες ασπρόμαυρων φωτογραφιών που τείνουν να ξυπνούν αναπότρεπτα και φευγαλέα το ανθρώπινο «αχ…».

Η απείρου κάλλους και υψηλής αισθητικής αξίας αρχιτεκτονική της πόλης του νησιού παραμένει για τους μέχρι σήμερα επιζώντες του σεισμού θαμπή ανάμνηση και για τις επόμενες γενιές, δυστυχώς, ανύπαρκτη μνήμη. Πώς λοιπόν ο Ζακυνθινός της μετασεισμικής περιόδου να μπορέσει να νιώσει φυσική συνέχεια του νησιώτη της προσεισμικής εποχής, όταν απουσιάζουν τα δομικά εκείνα στοιχεία που ανέθρεψαν την πολιτισμική και κοινωνική φυσιογνωμία του πρωτινού κόσμου; Η αντιαισθητική πραγματικότητα του παρόντος που καλλιεργήθηκε με γνώμονα τη δουλοπρεπή λογική της «τουριστοπληξίας» και του συνακόλουθου νεοπλουτισμού, όρισαν την ταυτότητα του νεοζακυνθινού που παραδόθηκε αμαχητί στη λογική του εύκολου χρήματος, αδιαφορώντας για τον πολιτισμικό του εκμαυλισμό.
Έμειναν μόνον οι καμπάνες του Αγίου και δυο-τρία ακόμη κτίσματα να του υπενθυμίζουν -πού και πού- ότι σε τούτον τον ευλογημένο από τη φύση τόπο, γεννήθηκε κι επιβίωσε επί αιώνες ένας σπάνιος για τα δεδομένα της σύγχρονης Ελλάδας πολιτισμός, ένα πολιτιστικό κράμα ανεκτίμητης ιστορικής αξίας. Και μείναμε έτσι ελάχιστοι ακόμα ρομαντικοί να ψάχνουμε αλυσιτελώς τα άνθη που εγιόμισαν το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός (Από το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού «Εις το θάνατο κυρίας Αγγλίδας», 1826 (περίπου)) , όπως «αφελώς» θα έλεγε σήμερα κανείς αιρετικός, έγραψε κατά την περίοδο της διαμόρφωσης (1823-1833) ο μεγάλος μας Ποιητής.

Του Τάσου Ανδρέα Ζαρκάδη, Φιλολόγου,
που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο και από το 2006 μένει μόνιμα στην Αθήνα
όπου εργάζεται ως καθηγητής διδάσκοντας Νέα Ελληνικά.