ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ | Η ανθρώπινη αλαζονεία – Ο μύθος του Βελλεροφόντη | Γράφει ο Αριδαίος

Ένα από τα χειρότερα ελαττώματα των ανθρώπων είναι η αλαζονεία σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και σε κάθε στιγμή. Είναι κάτι που μπορεί να μην το έχεις ποτέ αισθανθεί και απότομα να σε κυριεύσει και να σε καταστρέψει. Ένας τέτοιος μύθος των αρχαίων Ελλήνων λοιπόν αναφέρεται στην αλαζονεία και την καταστροφή ενός ήρωα της μυθολογίας, του Βελλεροφόντη.

Ήταν γιος του Γλαύκου, βασιλιά της Κορίνθου ο οποίος ήταν γιος του Σίσυφου. Αρχικά είχε το όνομα Ιππόνοος όμως όταν σε νεανική ηλικία σκότωσε το περίφημο ληστή Βέλλερο έλαβε το όνομα Βελλεροφόντης με το οποίο έγινε και γνωστός. Ο ήρωας λοιπόν πήγε ένα ταξίδι στην Τίρυνθα, στον βασιλιά Προίτο, ο οποίος του προσέφερε την φιλοξενία του και την φιλία του ενώ τον εξάγνισε κι από τον φόνο που είχε διαπράξει. Οι δύο άνδρες είχαν μια πολύ καλή και φιλική σχέση μέχρι την στιγμή που τον όμορφο νέο τον ερωτεύτηκε η Σθενοίβια, η γυναίκα του Προίτου. Ο Βελλεροφόντης σεβόμενος την φιλιά του Βασιλιά δεν ενέδωσε στα θέλγητρα της συζύγου του Βασιλιά, εκείνη μη όμως θυμωμένη και προσβεβλημένη τον συκοφάντησε ότι της «ρίχτηκε». Ο Βασιλιάς θύμωσε και αποφάσισε να τον στείλει στον πεθερό του Ιοβάτη Βασιλιά της Λυκίας μαζί με ένα γράμμα, στο οποίο του ζητούσε να θανατώσει τον απεσταλμένο. Στη Λυκία έγινε δεκτός με τιμές και του αναγνωρίστηκε η αξία του και η ευγένεια του χαρακτήρα του. Αυτό λοιπόν έφερε σε δύσκολη θέση των Βασιλιά όταν άνοιξε το γράμμα κάποια στιγμή. Σκέφτηκε λοιπόν να μην τον σκοτώσει και προσβάλει έτσι τους θεούς, αλλά να του αναθέσει δύσκολες αποστολές που μάλλον τον οδηγούσαν σε βέβαιο θάνατο.
Την εποχή εκείνη στην περιοχή της Λυκίας υπήρχε ένα μυθικό τέρας, η Χίμαιρα, ένα τρομερό πλάσμα που ευθυνόταν για πολλές καταστροφές στην περιοχή αφού είχε κατακάψει τις σοδειές κι είχε σκοτώσει αρκετούς κατοίκους. Είχε τρία κεφάλια, ένα κεφάλι δράκου, ένα κεφάλι λιονταριού κι ένα κεφάλι κατσίκας από το οποίο πετούσε φλόγες. Όποιος προσπάθησε να σκοτώσει την Χίμαιρα βρήκε έναν πολύ βίαιο θάνατο σε μια στιγμή καθώς εκείνη τον έκαιγε.
Ο Ιοβάτης σκέφτηκε να στείλει τον Βελλεροφόντη να σκοτώσει το τέρας αυτό, όντας σίγουρος πως το τέρας θα τον κατακάψει. Ο νέος άνδρας απορούσε πως θα σκοτώσει το τέρας αυτό ώσπου ξαφνικά του ήρθε η ιδέα πως η μόνη βοήθεια που θα μπορούσε να έχει θα ήταν από τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο που γεννήθηκε από το λαιμό της Μέδουσας όταν ο Περσέας της έκοψε το κεφάλι. Αν όμως ήταν σχετικά εύκολο να σκοτώσει την Χίμαιρα με την βοήθεια του μυθικού αλόγου ήταν αρκετά δύσκολο να καταφέρει να το βρει και να το εξημερώσει. Έφυγε λοιπόν ο Βελλεροφόντης από την Λυκία και περιπλανήθηκε στην Ελλάδα ρωτώντας για τον Πήγασο και που θα μπορούσε να τον συναντήσει, έμαθε λοιπόν ότι σε μια πηγή κοντά στην Κόρινθο πηγαίνει συχνά να πιει νερό. Έφτασε στην πηγή λοιπόν κατάκοπος και τον πήρε ο ύπνος, εκεί στο όνειρό του είδε τη θέα Αθηνά να του αφήνει το χαλινάρι με το όποιο θα μπορούσε να τιθασεύσει το φτερωτό άλογο. Ξύπνησε έκπληκτος για το όνειρο, αλλά η έκπληξη του έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν βρήκε δίπλα του το χαλινάρι που είδε στο όνειρο του και σε λίγο να φτάνει από τον ουρανό ο Πήγασος. Η εύνοια της θεάς Αθηνάς σε όλο της το μεγαλείο. Δεν έχασε λοιπόν χρόνο πήδησε φόρεσε το χαλινάρι στο άλογο και το τιθάσευσε… Ο Πήγασος έγινε ήμερος κι υπάκουος σε εκείνον. Σύντομα δε τον οδήγησε πίσω στη Λυκία, στο μέρος που ήταν η φωλιά της Χίμαιρας.
Η Χίμαιρα πετούσε φλόγες από το κατσικίσιο στόμα της, φλόγες οι οποίες θα τον έκαιγαν αν εκείνος δεν ήταν σε απόσταση από πάνω της. Η μάχη που έδωσε μαζί της ο Βελλεροφόντης ήταν μεγάλη μιας και της έριχνε βέλη για ώρα κι έπρεπε να στοχεύει κατάλληλα από την απόσταση στην οποία ήταν από πάνω της. Όταν η Χίμαιρα πέθανε κι ο Βελλεροφόντης πήγε στον Ιοβάτη, ο βασιλιάς απόρησε με την επιτυχία του.
Του ανέθεσε κι άλλες αποστολές με σκοπό να βρει τον θάνατο που άρμοζε σε έναν προδότη όμως σε όλες ο Βελλεροφόντης βγήκε νικητής. Ανάμεσα στις αποστολές του αυτές ήταν να αναχαιτίσει τις Αμαζόνες και του ληστές της Λυκίας. Όταν ο Ιοβάτης είδε τις συνεχόμενες νίκες του κατάλαβε πως οι θεοί δεν θα επέτρεπαν σε έναν άνδρα που πρόδωσε την φιλία και την φιλοξενία ενός βασιλιά να καταφέρει τόσα σπουδαία πράγματα. Για αυτό το λόγο του αποκάλυψε το περιεχόμενο του γράμματος, του έδωσε την άλλη του κόρη για γυναίκα κι όταν εκείνος πέθανε ο Βελλεροφόντης έγινε βασιλιάς της Λυκίας.
Όσο περνούσαν τα χρόνια ο ήρωας ζούσε ευτυχισμένος, έχοντας καταφέρει όλα όσα θα ήθελαν οι κοινοί θνητοί. Είχε μια όμορφη σύζυγο, είχαν αποκτήσει παιδιά, βασίλευε με σωστό τρόπο, έχοντας αγάπη για το λαό του κι είχε κερδίσει την αγάπη του λαού του και τον θαυμασμό του για τα παλιά κατορθώματα του.


Αυτή όμως η αγάπη κι αυτός ο θαυμασμός που εισέπραττε από το λαό του τον έκαναν αλαζόνα και τον έκαναν να πιστέψει πως η θέση του δεν ήταν ανάμεσα στους υπόλοιπους ανθρώπους αλλά ανάμεσα στους θεούς του Ολύμπου. Για αυτό το λόγο μια μέρα πήρε τον Πήγασο και πέταξε ψηλά, κατευθυνόμενος προς την κατοικία των θεών. Σαν έφτασε κοντά κι είδε το παλάτι των θεών η ψυχή του γέμισε με ανείπωτη χαρά καθώς φανταζόταν με τι τιμές θα τον υποδέχονταν οι θεοί ανάμεσα τους. Οι θεοί όμως είχαν άλλη γνώμη. Αγανακτισμένοι με την αλαζονεία του και την έπαρση που επέδειξε ένας θνητός, ξέχασαν τις ηρωικές του πράξεις και τον πρότερο τίμιο και σεμνό χαρακτήρα του κι ο Δίας με έναν κεραυνό τον γκρέμισε από την πλάτη του Πήγασου, ρίχνοντας τον στην γη.

Ένας άνθρωπος λοιπόν που ήταν τόσο σεμνός, τόσο αγαθός στη ζωή του, σε σημείο που κατάφερε να κερδίσει την εύνοια των θεών οδηγήθηκε στον θάνατο του από εκείνους όταν ξεπέρασε το ανθρώπινο μέτρο, κυριεύτηκε από την αλαζονεία και διέπραξε την ύβρη να θέλει να φτάσει τους θεούς, κάτι που δεν τολμούσαν καν να σκεφτούν οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Αριδαίος

photo: art-hellas.blogspot.com