Γιατί «το σπάσιμο των αλυσίδων της Αγίας Σοφίας» δεν μεταλλάσσει το απαράλλακτο της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομίας.

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης
Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Με αφορμή την υπογραφή του διατάγματος του Τούρκου προέδρου, Ρετζίπ Ταγίπ Ερντογάν, για την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί), κατά εφαρμογή της ακύρωσης του κυβερνητικού διατάγματος του 1934 από το τουρκικό Συμβούλιο της Επικρατείας, εγείρεται το ερώτημα περί του ρόλου του πολιτισμικού/θρησκευτικού στοιχείου στη διεθνή πολιτική. Γενικότερα μιλώντας το μεταφυσικό/θρησκευτικό στοιχείο ως διυποκειμενικός παράγοντας επιδρά προσδιοριστικά στη μορφή και λειτουργία τόσο του ενδοκρατικού όσο και του διακρατικού συστήματος. Σχεδόν κάθε πτυχή των εξωτερικών σχέσεων επηρεάζεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από τις κανονιστικές θρησκευτικές επιταγές. Από τον προσδιορισμό των κεντρικών δρώντων στη διεθνή πολιτική, τις κανονιστικές επιταγές της διεθνούς τάξης που οφείλουν να ακολουθήσουν έως και τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και τη συνεπαγόμενη πίστη-νομιμοφροσύνη του λαού στην εκτελεστική εξουσία.

Βέβαια η χρήση του μεταφυσικού-θρησκευτικού στοιχείου ως «μέτρου αξιολόγησης της ιστορίας», ως αιτίου της εξελικτικής δυναμικής των συλλογικών πολιτικών οντοτήτων –κρατών, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των νεότερων χρόνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η μελέτη του Αμερικανού πολιτικού επιστήμονα, Samuel Huntington, όπου στο πλαίσιο του μεταψυχροπολεμικού διεθνούς συστήματος, επιχειρεί να ερμηνεύσει τη δυναμική των διακρατικών σχέσεων μέσα από τη χρήση του πολιτισμικού-θρησκευτικού παράγοντα. Προβαίνοντας στη διάκριση μεταξύ δυτικού και μη κόσμου, διαχωρίζοντας τον δυτικό χριστιανισμό από την ορθοδοξία-ισλάμ, προβλέπει ως αξονική αιτία των μελλοντικών διακρατικών ανταγωνισμών τον θρησκευτικό-πολιτισμικό παράγοντα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση του Τούρκου προέδρου Ερντογάν, θα μπορούσε να αποκρυσταλλωθεί ως μια επιβεβαίωση της ανωτέρω υπόθεσης εργασίας. Ωστόσο και σε μια βαθύτερη αποτίμηση, η εν λόγω πράξη, δύναται να αντικατοπτρισθεί σε τρία επίπεδα.
Στο αμιγώς ενδοκρατικό επίπεδο συνυφαίνεται με την άσκηση της εσωτερικής κυριαρχίας, προδηλώνοντας την ελευθερία της απόφασης, της πράξης και του προσδιορισμού του εθνικού συμφέροντος. Ως εκ τούτου η αλλαγή του καθεστώτος της Αγίας Σοφίας εδράζεται στην νομιμότητα που προσδίδει το αναφαίρετο δικαίωμα της εσωτερικής κυριαρχίας, γεγονός συνεπικουρεί και η Μόσχα δια στόματος του υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Βερσίνιν: «Γνωρίζετε ότι το θέμα αυτό προκάλεσε δημόσια κατακραυγή στη χώρα μας και πέραν αυτής. Εν γένει, θεωρούμε ότι αυτή είναι εσωτερική υπόθεση της Τουρκίας, στην οποία ούτε εμείς ούτε κάποιος άλλος πρέπει να παρέμβει, προφανώς».

Συνακόλουθα στο διακρατικό επίπεδο η εν λόγω απόφαση αναδεικνύεται σε μια πολιτική γοήτρου/κύρους της Τουρκίας για την καθολική της αναγνώριση ως περιφερειακή δύναμη μέσω της εικόνας που μεταδίδει στους τρίτους και αναμένει να την αποδεχτούν. Αντικειμενικός σκοπός της πολιτικής του κύρους είναι «να εντυπωσιάσει τα άλλα έθνη με την ισχύ που έχει ένα έθνος, με την ισχύ που τα άλλα κράτη πιστεύουν ή θέλει να πιστεύουν ότι έχει». Τα αποφασιστικά μέσα για την υλοποίησή της είναι η επίδειξη στρατιωτικής ισχύος και η διπλωματική εθιμοτυπία. Ήδη από το 1974 και εντεύθεν, μετά την εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου, η Τουρκία προβαίνει σε διαρκείς και συντεταγμένες στρατιωτικές ενέργειες απόρροια της εφαρμογής μιας στρατηγικής εξαναγκαστικής διπλωματίας με αντικειμενικό πολιτικό στόχο την διαμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από την Θράκη μέχρι την Κύπρο. Τοιουτοτρόπως η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί αγνοώντας του κανόνες της διπλωματικής εθιμοτυπίας αναγάγει σε τελικό στόχο την φήμη για ισχύ, οδηγώντας «στην άσκηση της πολιτικής του κύρους» για το ίδιο το κύρος, «αγνοώντας τόσο τα εθνικά συμφέροντα που διακυβεύονται όσο και την ισχύ που απαιτείται για να τα στηρίξει».
Η εξέλιξη αυτή απολήγει στο τρίτο και καταληκτικό επίπεδο που είναι το οικουμενικό. Υπό την έννοια ότι αποκρυσταλλώνεται ως πράξη διαμφισβήτησης της ελληνικότητας και του γενικότερου τρόπου της κοινωνικοπολιτικής της οργάνωσης, που ήδη κατά την πρώτη περίοδο του Βυζαντίου (324-610), ο χριστιανισμός εδραίωνεται εντός της κοινωνίας – κοσμοπολιτείας και οικοδομείται «η δογματική και φιλοσοφική του υπόσταση με όχημα τον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό και το φιλοσοφικό του υπόβαθρο, μέσα όμως από τη διαλεκτική του αντίθεση με την Ολύμπια θρησκεία, τον ελευθεριάζοντα ηθικό και συμβολικό του βίο, και τις αιρέσεις». (Γ. Κοντογιώργης, Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα. Η Βυζαντινή Οικουμενική Κοσμόπολη).

Συμπερασματικά, η ουσιώδης διαφορά φύσεως μεταξύ Ισλάμ, Δύσης και Ελληνισμού, εντοπίζεται στην έννοια της πρόσληψης του μεταφυσικού για τη νομιμοποίηση του πολιτικού. Η οντολογική ιεράρχηση μεταξύ Αλλάχ, ανθρώπου και φύσης στην κοσμολογική αντίληψη του Ισλάμ, αντιπαρατίθεται με την εξειδίκευση της θεότητας στην χριστιανική θεολογία, οδηγώντας στην ταύτιση των οντολογικών επιπέδων Θεού-ανθρώπου-φύσης και σε έναν διαφορετικό τρόπο κοινωνικοπολιτικής νομιμοποίησης. Στο ολιστικό, κανονιστικό πλαίσιο του Ισλάμ είναι η πεποίθηση στην «υπερβατική ενότητα του Αλλάχ» που συνωθεί στην πίστη της «ενότητας της ανθρώπινης ευθύνης και στην ενότητα της ζωής». Σε αντιδιαστολή με την οντολογική ανατίμηση της φύσης κατά του νεότερους χρόνους, όπου η καθολική κυριαρχία της ανθρώπινης λογικής, απομονώνοντας το θρησκευτικό στοιχείο εντός της εκκλησίας και «αποκόπτοντας τους δεσμούς μεταξύ οντολογικής υπερβατικότητας και κοινωνικοπολιτικής ζωής», καταλήγει σε μια σειρά αξιολογικών βάσεων κοινωνικοπολιτικής νομιμοποίησης, (όπως είναι ο πραγματισμός, ο ορθολογισμός, ο ωφελιμισμός, η αυτοσυντήρηση, τα φυσικά δικαιώματα του ατόμου και η ορθολογική ηθική). Τουναντίον η «συνάντηση του ελληνισμού με το χριστιανισμό» θα γίνει «στο έδαφος του ελληνικού κοσμοσυστήματος» με γνώμονα το γνωσιολογικό-ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο του ελληνισμού, για να προσαρμοσθεί «στις γηγενείς κοινωνικές συνθήκες» και να οδηγηθεί στη «ρήξη με τον ιουδαϊσμό» ως προς «τον τρόπο του βίου» και «της θέασης του θείου».

photo: romfea.gr