Παιδεία και εκπαίδευση στην εποχή της μετανεωτερικότητας | Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Στην εποχή της μαζικής κοινωνίας, της μαζικής δημοκρατίας, της μαζικής παραγωγής-κατανάλωσης, το ερώτημα περί το σκοπού-αντικειμένου της εκπαίδευσης, οριοθετείται από την προσβασιμότητα στην αγορά εργασίας και όχι από τη νοητική και ψυχική ανάπτυξη του ατόμου. Κατά τούτο, ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι χρηστικός, αυτοπεριοριζόμενος στο πως θα καλλιεργεί δεξιότητες, παράγοντας «τεχνίτες» με λειτουργική εξειδίκευση. Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών και των ξένων γλωσσών σε όλα τα στάδια της πρωτοβάθμιας-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι κοινοπραξίες-συνέργειες των ημεδαπών-αλλοδαπών πανεπιστημίων για κοινά πτυχία, σε συνδυασμό με την έξωση της τέχνης (λογοτεχνικός-καλλιτεχνικός μεταμοντερνισμός) και τον περιορισμό των ανθρωποκεντρικών-κλασικών σπουδών, αντικατοπτρίζουν το αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης της μεταμοντέρνας μαζικής κοινωνίας. Το εν λόγω ερμηνευτικό σχήμα, «συμβαδίζει με την συγκρότηση μιας κοινωνίας» που χαρακτηρίζεται από μια άνευ ορίων κοινωνική κινητικότητα με «αδιάκοπη καινούργια διανομή των κοινωνικά διαθέσιμων ρόλων», ενώ «οι κοινωνικές διαφορές δεν θεωρούνται πλέον ως διαφορές ουσίας». (Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, σ. 64). Συνεπαγόμενα, η εξισωτική αντίληψη της παιδείας με το εκτελεστικό της πρόσημο, την εκπαίδευση, οδηγεί στον παραμερισμό της ουσίας και του περιεχομένου της. Λαμβάνοντας υπόψιν την κατηγοριοποίηση του Αριστοτέλη, μεταξύ ωφελιμιστικής, γνωσιοκεντρικής και ηθοπλαστικής παιδείας, θα συμφωνήσουμε στην αγαστή διασύνδεση των τριών, ιεραρχώντας τις, με αφετηριακό γνώμονα την καλλιέργεια του νου, τη διάπλαση του ήθους και την ανάπτυξη των δεξιοτήτων για τα πρακτικά και ωφέλιμα της ζωής. Ως ακρογωνιαίος λίθος της εκάστοτε πολιτείας και συνεπαγόμενα της πολιτικής, διαμορφώνοντας ορθά σκεπτόμενους πολίτες, ο θεμελιώδης στόχος της, δεν μπορεί, παρά να είναι, η καλλιέργεια της αρετής και γενικότερα των ποιοτικών χαρακτηριστικών του πολίτη, «η παράλληλη και ισότιμη εξάσκηση της ηθικής και διανοητικής αρετής η οποία θα οδηγήσει την κοινωνία συλλογικά στην ευδαιμονία».
Γενικότερα μιλώντας, η παιδεία αναφέρεται στην ολιστική καλλιέργεια του ατόμου σε όλα τα στάδια της βιολογικής του ανάπτυξης και είναι αποτέλεσμα τόσο του κοινωνικού περιβάλλοντος, στο οποίο διαβιώνει το εκάστοτε άτομο, όσο και του ιδιωτικού-οικογενειακού του βίου. «Γηράσκω αεί διδασκόμενος» προσημειώνει ο Σόλωνας.
Αντίστροφα, η εκπαίδευση είναι το μείζον εργαλείο της παιδείας, για την παροχή εφοδίων και την ανάπτυξη των δεξιοτήτων του ατόμου, για την επαγγελματική του αποκατάσταση, στα πλαίσια της λειτουργικής εξειδίκευσης που συνιστά το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου κράτους. Στο περιβάλλον αυτό, το αξονικό ερώτημα που τίθεται είναι εάν η εκπαιδευτική λειτουργία καθίσταται αυτοσκοπός ή υπηρετεί τη θεμελιώδη λογική της γνώσης και της πνευματικής ανάπτυξης. Όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, ο χαρακτήρας της εκπαίδευσης είναι κατά το πλείστον ηθικός και λιγότερο πρακτικός, με σκοπό τη διαμόρφωση ενός ποιοτικού και ενάρετου ατόμου παράλληλα με την «ισότιμη εξάσκηση της ηθικής και διανοητικής αρετής η οποία θα οδηγήσει την κοινωνία συλλογικά στην ευδαιμονία». Το πόσο έντονο είναι το έλλειμα παιδείας, στο απώτατο στάδιο της νεωτερικότητας, τον μεταμοντερνισμό, φανερώνεται μέσα από την ακρισία, την έλλειψη αξιολογήσεων ποιότητας, τη λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού, την εμπορευματοποίηση του εκπαιδευτικού προϊόντος και τον ατομικισμό/ιδιοτέλεια.
Δεν είναι τυχαία η «τοποθέτηση του πολιτισμού και της γλώσσας σε δεύτερη μοίρα» και των «πρωτοφανών μορφών» κοινωνικοπολιτικής παθογένειας που εμφανίσθηκαν και γιγαντώθηκαν στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, λόγω της απουσίας των φυσικών τους αναχωμάτων (της παιδείας, του πολιτισμού, της παράδοσης, της εθνικής ταυτότητας). Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η απαξίωση της κλασσικής παιδείας-γλώσσας και της ιστορίας. Αρκεί μόνο να υπομνήσουμε την αέναη δυναμική και μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας σε όλες τις «μετεξελίξεις και μεταλλαγές» της, έχοντας μια «αδιάκοπη ιστορία τριών περίπου χιλιάδων ετών […]. Όμως οι προγενέστερες μορφές της δεν εξανεμίστηκαν, αλλά ζουν ακόμα διαφοροτρόπως μέσα της, ως ιζήματα και στρώματα, που κάνουν τη διαχρονία συγχρονία. Ο Όμηρος και η κλασσική αττική, η κοινή και η λόγια βυζαντινή, η εκκλησιαστική γλώσσα και η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και των κρητικών επών, η αρχαΐζουσα και η απλή καθαρεύουσα, η αστική τρέχουσα και τα ιδιωματικά κατάλοιπα -όλα αυτά αποτελούν ακόμα σήμερα πηγές απ’ όπου μπορεί ν’ αντλήσει η γλωσσική καλαισθησία, αλλά και η εκφραστική ανάγκη». (Π. Κονδύλης)
Τοιουτοτρόπως η συστηματική και μεθοδευμένη αποδόμηση της Ελληνικής Ιστορίας, καταγράφεται από τον Βασίλη Φίλια, μέσα από τρεις διαφορετικές κατηγορίες ιστορικών :
Α) Τους «ανιστόρητους ιστορικούς»
Β) Τους «κοσμοπολίτες ιστορικούς» που επιδόθηκαν στην «απόδειξη» ότι «Βλάχοι, Αρβανίτες, Πομάκοι και Σαρακατσάνοι δεν είναι Έλληνες, αλλά ιδιαίτερες “εθνότητες”».
Γ) Τους «Δυτικοφρενείς» ιστορικούς που «διακήρυξαν ότι δεν υπάρχει ελληνική ετερότητα, αλλά ότι ο σημερινός ελληνικός λαός είναι ένα ακαθόριστο υποπροϊόν της Δυτικής κουλτούρας».

Η υπονόμευση – φαλκίδευση της κλασσικής γλώσσας και ιστορίας, ουσιαστικά αφαιρεί την οποία δυνατότητα για μεθοδολογικά σχήματα που «διατυπώνουν […] με αναντικατάστατη εννοιολογία προβλήματα διηνεκώς επανερχόμενα, δηλαδή προβλήματα, στα οποία προσκρούει με εσωτερική αναγκαιότητα κάθε βαθύτερος στοχασμός -κοντολογίς, έσχατα προβλήματα». Συνεπώς ο πολιτικός εκφυλισμός και η γλωσσική πενία που χαρακτηρίζουν την εποχής μας, καταδεικνύουν ως μείζονα κοινωνική αναγκαιότητα την επαναφορά της παιδείας στον φυσικό της ρόλο. Ως νοηματοδότη και τροφοδότη της κοινωνίας-πολιτείας και της αναγνώρισής της ως υπέρτατου αγαθού για την ατομική και συλλογική ευδαιμονία, καθόσον «είναι, η μόνη από τις ιδιότητες μας που είναι αθάνατη και θεία. Και εξ όλων δυο είναι τα σπουδαιότερα στην ανθρώπινη φύση, δηλαδή ο νους και ο λόγος. Και ο μεν νους (: σκέψη) κυριαρχεί• επί του λόγου, ο δε λόγος (: γλώσσα) υπηρετεί το νου, ο οποίος από μεν την τύχη δεν αναλίσκεται, από δε τη συκοφαντία δεν αφαιρείται, από δε τη νόσο δε φθείρεται και από τα γηρατειά δεν καταστρέφεται. Διότι μόνος ο νοΰς ενώ παλιώνει, αποκτά νεανική ισχύ, και ο χρόνος, ενώ αφαιρεί όλα τα άλλα, προσθέτει στα γηρατειά τη γνώση». (Πλούταρχος)

photo: dailythess.gr