Εκεί ψηλά στην Ντάπια

Όγκος στον λόφο ορθώνεται, τοίχοι χορταριασμένα,
από μια θέα Ζάκυνθος, και πεύκα αγκαλιασμένα.

Σαν στοιχειωμένο φαίνεται, απ’ τση φθοράς τα χρόνια,
με γερασμένα ερείπια, και διάσπαρτα κανόνια.

Πνιγμένα στα αγριόχορτα, πόσα μου μαρτυράνε,
σημάδια που ‘σβησαν ζωές, τα μάτια μου μετράνε.

Και ξεπηδούσανε μορφές, απ’ τα κατεστραμμένα,
πεζοί και καβαλάρηδες, με τ’ άρματα ζωσμένα.

Στρατιώτες σε ξεκούραση, των ζώων οι ποτίστρες,
πηγάδια, κάρα με υλικά, και πυρ τσι πολεμίστρες.

Εκεί στη φαντασία μου, μιλούν και ζωντανεύουν,
κραυγές πόνου, λαβώματα, και βόλια που χορεύουν.

Το Κάστρο μας, το Κάστρο μου, με τ’ άψυχα κανόνια,
που ‘χει στα μονοπάτια του, τα παιδικά μου χρόνια.

Που ‘ναι παντού τα αχνάρια μου, εκεί στα στοιχειωμένα,
στα τοίχοι του τα απόρθητα, που ‘χω περπατημένα.

Στην Ντάπια η Γαλανόλευκη, στ’ αγέρι κυματίζει,
και κάποιος επισκέπτης τση, το όργανο κουρδίζει.

Το μαντολίνο είναι εκεί, είναι και η κιθάρα,
εκεί ψηλά στο φρούριο, που βλέπει τα ρεπάρα.

Ζεσταίνονται και οι φωνές, στο χώρο κάτι αλλάζει,
στα ξεχασμένα και έρμαια, σκιές ανατριχιάζει.

Όλα του τα χαλάσματα, κοιτάζουν μουδιασμένα,
βλέπουν στημένες κάμερες, καλώδια απλωμένα.

Και ανασαίνει η Ζάκυνθος, εκεί ψηλά στην Ντάπια,
η μοναχή και ασάλευτη, που τώρα είναι κάποια.

Πήρε ζωή, πήρε χαρά, η πάντα μόνη και άδεια,
π’ απόκτησε ξάφνου ψυχή, απ’ των φωνών τα χάδια.

Ζωντάνεψε το Κάστρο μας, και μένα η φαντασία,
που η κάθε πολεμίστρα του, γράφει και τη θυσία.

Χορταριασμένο βρίσκεται, και περιφρονημένο,
ιστορικό οικοδόμημα, στη μοίρα του αφημένο.

Μα κυματίζει ελεύθερο, σε μπόρες και σ’ αγιάζι,
κι αν φτάσουμε στην πύλη του, όλους μας αγκαλιάζει!!!