Και σούμπιτο Αντιάμο

Αυτό που ζούμε σήμερα, είναι πρώτη φορά μας,
και δεν το περιμέναμε, ούτε στα όνειρα μας.

Η αλλαγή η απότομη, από τη μία στην άλλη,
κατάφερε αυτόματα, στο 80 να μας βγάλει.

Η πόλη μας, γονάτισε, σε μαρασμό έχει πέσει,
όμως δεν απαλλάχθηκε… τ’ αυτοκινητοφέσι.

Φρενάρισαν οι καλπασμοί, και τα ανεξέλεγκτα μας,
φρενάραμε και βάλαμε, ούλοι τα φυλακτά μας.

Εκόπασε απρόσμενα, αυτή η κοσμοπλημμύρα,
μα μη ξεχνάμε αφέντες μου, αυτά τα φέρνει η μοίρα.

Πουλήσαμε, νοικιάσαμε, μέχρι και την ψυχή μας,
να βγάλουμε πετύχαμε, τα μάτια μοναχοί μας.

Χάσαμε το δικαίωμα, εμείς, για τσι αμμουδιές μας,
κι εκείνα εκεί που ξέραμε, κλείστηκαν τσι καρδιές μας.

Ντουγρού για να πλουτίσουμε, μεγάλη η ασησταγιά μας,
και μ’ ένα άγχος μόνιμα, χάσαμε την υγειά μας.

Μεγάλες οι ταχύτητες… δεν σπάσαμε τον ήχο,
αλλά με τέτοια δύναμη, σκουντρίσαμε στον τοίχο.

Χαλκομανία γίναμε… σούπα μ’ αυτή τη φόρα,
επήλθε μετατόπιση, σε ούληνε τη χώρα.

Κακός μπελάς ξημέρωσε, για τσι συνήθειες μας,
μα ήρθε το ενδιαφέρον μας, για τσι κολοκυθιές μας.

Απ’ την αρχή να κάτσουμε, και να ξανασκεφτούμε,
πως δεν θα υπάρξει κάθισμα, να ξαναβολευτούμε.

Ζημιά γράφουν τα νούμερα, γυρίσανε ούλα τούμπα,
με μία βουτιά και ανώμαλα, εκάτσαμε στην λούμπα.

Κερδίσαμε όμως τση καρδιάς, τα τόσα φυλαγμένα,
όπου εκεί θα μένανε, και θα ‘ταν ξεχασμένα.

Οι αμμουδιές απ’ τον πνιγμό, σηκώσανε κεφάλι,
χαμογελούν όπως παλιά… ανάσαναν και πάλι.

Το δείχνει η εικόνα τσους, πήγαμε πίσω χρόνια,
κι εκεί στο ακροθαλάσσι τσους, τσι περπατούν γλαρόνια.

Έχω και εγώ δικαίωμα, σε εφτούνηνε την άμμο,
όπως παλιά, ελεύθερος… και σούμπιτο Αντιάμο!!!