Η εκπαίδευση | Γράφει ο Διονύσης Ιθακήσιος

Στις άμεσες προτεραιότητες πλέον κυβέρνησης και επιδημιολόγων, είναι το τι θα γίνει με το άνοιγμα της πρωτοβάθμιας. Ήδη όλες οι τάξεις των Λυκείων και Γυμνασίων λειτουργούν με κανόνες και μέτρα, κυρίως όμως χωρίς μέχρι τώρα να έχουν εμφανιστεί προβλήματα. Δεν είναι φυσικά το ίδιο με τα δημοτικά και τα νηπιαγωγεία. Εκεί τα όποια μέτρα δύσκολα εφαρμόζονται σε μικρά παιδιά και οι αποστάσεις είναι αδύνατον να κρατηθούν. Οι τελικές αποφάσεις θα ανακοινωθούν την ερχόμενη Δευτέρα, πάντως η αίσθηση που επικρατεί είναι ότι υπό τις παρούσες καλές συνθήκες το πιθανότερο είναι να ανοίξουν και αυτά. Θα έχουμε λοιπόν μια πλήρη λειτουργία για λίγες εβδομάδες
όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μια κανονικότητα και στην παιδεία, αν δεν υπήρχε την ίδια στιγμή, μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ της εκπαιδευτικής κοινότητας στο σύνολο της, με τις επιλογές του υπουργείου. Σε αυτή την αντιπαράθεση λαμβάνουν αρνητική θέση εκπαιδευτικοί που προέρχονται από το χώρο του κυβερνώντος κόμματος, σύλλογοι γονέων και σύλλογοι προτύπων και πειραματικών σχολείων. Αν η αντιπαράθεση ήταν μόνον μεταξύ του Υπουργείου Παιδείας και της αντιπολίτευσης και μεταξύ αυτού και των συνδικαλιστών που πρόσκεινται σε άλλα κόμματα, θα έλεγα ότι θα ήταν κάτι το συνηθισμένο. Δεν πρόκειται όμως για κάτι τέτοιο και πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα. Είμαι από αυτούς που επιμένουν να λένε ότι πρέπει να αλλάξουν πολλά σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ότι πρέπει να αυξηθούν και τα κονδύλια για την παιδεία και τα σύγχρονα εργαλεία που προσφέρει η τεχνολογία, να αξιοποιηθούν. Όμως αυτά δεν γίνονται ούτε στο πόδι, πολύ περισσότερο δεν προσφέρεται αυτή η περίοδος της πανδημίας για τέτοια σοβαρά νομοθέτημα. Εκτός και αν θέλουμε να τα περάσουμε σχεδόν κρυφά, τέτοιες ώρες, κάτι που δεν τιμά σε μια τέτοια περίπτωση, το υπουργείο και την κυβέρνηση. Θα αναφέρω δύο παραδείγματα μεγάλης προχειρότητας. Πρώτον η ίδια η κυρία Υπουργός αναίρεσε και αφαίρεσε πολλά από αυτά που υπήρχαν μέσα στο προτεινόμενο νομοσχέδιο. Αυτό δείχνει προχειρότητα και έλλειψη πεποίθησης ότι αυτά που προτείνονται είναι σωστά και αποτελούν λύσεις. Όταν οι πάντες σου ζητάνε να τα αποσύρεις και εσύ τελικά το κάνεις – και καλώς το κάνεις – αυτό δεν δείχνει φυσικά μελέτη σε βάθος των αλλαγών, αξιολόγησης των επιπτώσεων και γνώση των θετικών αποτελεσμάτων που τα μέτρα αυτά θα επιφέρουν. Μάλλον είναι προϊόν αντιγραφών από άλλες χώρες, υποδείξεων παρατρεχάμενων γύρω από την παιδεία και την παραπαιδεία, που πάντα έχουν κάτι να πουν και να προτείνουν, κυρίως όμως έχουν και το ίδιον όφελος στο νου τους ή ιδεοληψίες προσωπικές περί μιας μεταρρύθμισης που δεν έχουν σταθερή βάση. Δεν εξηγείται αλλιώς η υπαναχώρηση σε πάρα πολλά. Το δεύτερο που δείχνει την προχειρότητα είναι το θέμα – τελικώς πρόβλημα – της χρήσης καμερών αναμετάδοσης των μαθημάτων. Ένα μέτρο που βάζει στο σχολείο την τεχνολογία. Αυτά όμως γίνονται αφού πρώτα έχουμε την τεχνολογία εξασφαλισμένη στο σχολείο και το σπίτι, αλλά κυρίως εκπαιδευτικούς απολύτως έτοιμους να χειριστούν τέτοια θέματα τηλεκπαίδευσης, όχι «στο πόδι» να λέμε θα γίνουν. Οι εκπαιδευτικοί κλήθηκαν εν μέσω πανδημίας και παρατεταμένης αναστολής της λειτουργίας των σχολείων να βρουν τρόπους επικοινωνίας με τους μαθητές τους, επαναλήψεων και μεταφοράς γνώσης, ώστε να μην παραλύσει τελείως η εκπαιδευτική διαδικασία. Εσείς σαν υπουργείο τους συγχαίρατε για ό,τι κάνουν και με το παραπάνω. Τώρα δεν είναι αντιφατικό, να τους κατηγορείται για το ότι αρνούνται, εν μια ημέρα, να γίνουν κινηματογραφιστές και σκηνοθέτες; Πολύ περισσότερο, όταν πριν λίγους μήνες, πριν την πανδημία, απαγορευόταν τελείως η χρήση κινητού τηλεφώνου στους μεν μαθητές δια ροπάλου, στους δε εκπαιδευτικούς μόνον υπό προϋποθέσεις. Αν θέλουμε να βάλουμε κάτι καινούργιο και χρήσιμο για έκτακτες ανάγκες, ας εξοπλίσουμε πρώτα τα σχολεία, ας έχουμε και για τους μαθητές που βρίσκονται στο σπίτι και δεν έχουν το κατάλληλο μέσον, υπολογιστές για να τους εφοδιάσουμε, κυρίως όμως ας εκπαιδεύσουμε, να μην πω να φτιάξουμε από τα πανεπιστήμια εκπαιδευτικούς εξειδικευμένους σε αυτόν τον τρόπο εκπαίδευσης. Η τάξη δεν πρέπει ούτε να υποκατασταθεί ούτε να αλλοιωθεί με τέτοιες πρόχειρες ευρηματικές λύσεις.
Η κοινωνία μας δεν χρειάζεται μόνον περισσότερα ελιτίστικα σχολεία, πειραματικά και πρότυπα, ζητάει την ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου. Η κρατική μέριμνα οφείλει να θέσει ως πρώτη της προτεραιότητα αυτό. Έχουμε ανάγκη από μια σοβαρή και μακρόπνοη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που θα έχει και την αντίστοιχη οικονομική υποβοήθηση μέσω του ετήσιου προϋπολογισμού ως ποσοστού του ΑΕΠ και το οποίο θα ενισχύεται, με κάποιον τρόπο και όπου απαιτείται, σε περιπτώσεις όπως αυτή της πανδημίας. Έχουμε ανάγκη από αλλαγές που θα αντέχουν στο χρόνο σε ποιότητα και αποτελεσματικότητα. Με τις αλλαγές του κάθε Υπουργού Παιδείας χορτάσαμε και δεν είδαμε προκοπή.