Άστο να πάει ούφου…

Χαιρόμουν τη χαλάρωση, κι ακούω πίσω… μπούφου,
ότι κι αν ήταν σκέφτηκα, άστο να πάει ούφου.

Το ‘πα γιατί σκορσάρισα, και επήλθε ανησυχία,
στο ξαφνικό… τυμπάνισαν, στα αυτιά μου τα ηχεία.

Τάραξε τη γαλήνη μου, και η ηρεμία διεκόπη,
κάποιος σοφάς ξεκόλλησε, ψηλά απ’ τη μετόπη.

Κυμάτισαν τα νεύρα μου, και ρουφουλάδες πήραν,
στιγμιαία με σοχάδιασαν, μα δεν με συνεπήραν.

Το μπούφου παραδέχομαι, μου ‘κοψε τη χολή μου,
κι ακαριαία τσίτωσε, το λιγοστό μαλλί μου.

Κοίταξα πίσω απότομα, μου κόπηκαν οι σκέψεις,
και που να βρεις το δίκιο σου, ευθύνες να γυρέψεις.

Να ‘ναι καλά οι σεισμούλιδες, που ‘ρχονται κάθε λίγο,
που φεύγουν τα καδράκια μου, κι εγώ τα ξανασμίγω.

Ρωγμές εγιόμισε ο σοφάς… παντού αυτή η οικία,
φοβάμαι κι από μέσα μου, μη μου ‘βγει η κακία.

Ούλα πέσανε πάνω μου, μειώθηκε το φως μου,
γιόμισαν τα συρτάρια μου, καταστροφές του κόσμου.

Κι εκεί που παίρνω ευχάριστα, εκείνο που μου λείπει,
ακούω μπούφου… κι έπεσε, να με σοκάρουν ρύποι.

Δεν είμαι υπερβολικός, που αισθάνομαι σαλάτα,
σοφάς καλά καθούμενα, ετσάκισε τη λάτα.

Διπλό λες κι εσμπαράρισε, μπροστογιομί καμπίσιο,
για πιο πολύ πλησίασμα, φουρνέλο νταμαρίσιο.

Η εποχή βλασφήμησε, τα νεύρα έχουν σπάσει,
λίγη ηρεμία ψάχνουμε, πάση θυσία πάση.

Και ξάφνου εφτούνοι μπούφουτου, να σε πυροβολούνε,
σ’ ένα τσους θύμα κι άνθρωπο, σεισμούς να προκαλούνε.

Ποιος κούνησε το σπίτι μου, κι έπεσε ο σοφάς του;
απάνου στην χαλάρωση, του χάλασε το ανφάς του.

Και μένανε τσι σκέψεις μου, που είχα πάει γύρε…
που μου ‘φερναν χαμόγελα, και ξαφνικά τα πήρε.

Μωρέ… με κοψοχόλιασε, εφτούνο εφτού το μπούφου,
άστο να πάει στο διάολο, άστο να πάει ούφου!!!

Καστρινός