Η αξίωση ανεξαρτησίας του αγώνα της Ελληνικής Παλιγγενεσίας | Γράφει ο Δ. Τσιριγώτης

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!

Πέλαγο μέγ’, αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι·

σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!

Αθάνατή ‘σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;».

(Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης

Ένα έτος πριν από την επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη του αγώνα της Ελληνικής παλιγγενεσίας και εν μέσω μιας αόρατης απειλής για τον τρόπο του βίου μας και την ίδια μας την επιβίωση, δεν μπορεί παρά ν’ αναβιώνουμε εικόνες από τους «ελεύθερους πολιορκημένους του Μεσολογγίου» αναζητώντας τα βαθύτερα νοήματα γύρω από το θεμελιώδες διακύβευμα –την αξίωση ανεξαρτησίας-ελευθερίας – και τις συμπαρωμαρτούσες απολήξεις του για το Ελληνικό κράτος.

Εκκινώντας από το «καλλιό ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή» του Ρήγα Φεραίου (Θούριος, στιχ. 7-8), προχωρώντας στη διαπίστωση του ανώνυμου συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» ότι «εἶναι ἀδύνατον αἱ ἑλληνικαὶ ψυχαὶ νὰ κοιμηθοῦν πλέον εἰς τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας!», και καταλήγοντας στο απαύγασμα του διάστιχου του εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού:

«Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!» γιατί,
«όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». (Ἀνδρέας Κάλβος – Ὠδαί, Λυρικά-Εις Σάμον),
το θεμελιώδες διακύβευμα του αγώνα της παλιγγενεσίας, ως αέναη μάχη υπέρ πίστεως και πατρίδος, ήταν η αξίωση καθολικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας.

Προτάσσοντας την καθολική επαναξιολόγηση-επαναδιαπραγμάτευση του τρόπου-ρόλου της ανθρώπινης ύπαρξης σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, νοηματοδοτεί την επίδειξη ανδρείας των αγωνιστών του 21’ στα πεδία της μάχης. Η ζωντανή μνήμη της συλλογικής αυτοθυσίας των Σουλιωτών στο Κούγκι και στο Ζάλογγο, των ελεύθερων πολιορκημένων του Μεσολογγίου, του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι, η ολοκληρωτική καταστροφή των Ψαρών και της Χίου, αλλά και ατομικές πράξεις αυτοθυσίας μεταξύ αυτών ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, η ανασκολόπιση του Αθανάσιου Διάκου, είναι απτά παραδείγματα της διαπιστωτικής απόφανσης του Διονυσίου Σολωμού (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι-Σχεδίασμα Β) ότι:

«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».

Το γεγονός ότι οι διαμορφωθείσες εξωτερικές συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές για την οργάνωση και εκτέλεση του πολιτικό-στρατιωτικού εγχειρήματος της Ελληνικής επανάστασης, καταδεικνύεται στη διπλωματική αντιπαράθεση του Ιωάννη Καποδίστρια, ως μέλους της Ρωσικής αντιπροσωπείας, με τον Αυστριακό υπουργού εξωτερικών (1809-1821) και μετέπειτα Καγκελάριο (1821-1848), Κλέμενς φον Μέτερνιχ. Σε μία εκ των διασκέψεων του Συνεδρίου της Βιέννης (1814-1815), ο δεύτερος ανέφερε ότι «η Ευρώπη δεν γνωρίζει Έλληνας, γνωρίζει Κράτος Οθωμανικόν, υπό το οποίον είναι υπεξούσιοι οι κατοικούντες εις την Ελλάδα Έλληνες».

Αναλυτικότερα, το διεθνές καθεστώς που είχαν εγκαθιδρύσει οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, μέσα από τα Συνέδρια της Βιέννης (1814-15), του Τροπάου (1820) και του Λάιμπαχ (1821), νομιμοποιούσε την εξωτερική, στρατιωτική τους επέμβαση σε τρίτα κράτη, για την καταστολή επαναστατικών κινημάτων. Ως εκ τούτου, ο αντικειμενικός στόχος του Κονσέρτου των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων (Αυστρία, Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) ήταν η ανάπτυξη κοινής, πολιτικοστρατιωτικής δράσης για την καταστολή κάθε κίνησης που απειλούσε τη εθνική και διεθνή ισορροπία ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό αναφύεται και η διπλωματική προσπάθειά του Μέτερνιχ, να διασφαλίσει τη συναίνεση του Κονσέρτου της Ευρώπης για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Ωστόσο, η διπλωματική παρέκκλιση της Βρετανίας, με την αναγνώριση των επαναστατημένων Ελλήνων (1823) ως τυπικά και νομικά εμπόλεμου μέρους, με νόμιμο δικαίωμα να επιτίθενται κατά του εμπορικού στόλου της Πύλης, θα δημιουργήσει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την ενδεχόμενη πραγμάτωση του αφετηριακού τους στόχου.

Ποιες είναι όμως οι αναφυόμενες πολιτικοστρατηγικές επιλογές για την επιζήτηση-πραγμάτωση της αξίωσης ελευθερίας-ανεξαρτησίας των υπόδουλων Ελλήνων;
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αναπτύσσονται δύο διαφορετικές πολιτικοστρατηγικές κατευθύνσεις στο πλαίσιο της Ελληνικής άρχουσας τάξης.

Η πρώτη, εκπροσωπούμενη από την επίσημη εκκλησία και πολλά μέλη της άρχουσας τάξης (π.χ. Φαναριώτες, προύχοντες, κ.ά.), αποδεχόμενη τον «ιστορικό συμβιβασμό» που επήλθε εν τοις πράγμασι με τον Οθωμανό κατακτητή, θα υιοθετήσει μία παθητική στρατηγική επιλογή, αποβλέποντας να διαδεχθεί την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η δεύτερη, στην οποία εμπερικλείονταν οι κοινωνικές δυνάμεις που βίωναν στο γεγονός της κατάκτησης ένα κοινωνικοπολιτικό αδιέξοδο (π.χ. τα αγροτικά και τα αστικά βιοτέχνες-έμποροι στρώματα), θα ακολουθήσει μία ενεργητική στρατηγική, επιδιώκοντας την εθνική παλιγγενεσία με αντικειμενικό στόχο την «επαναστατική απόσειση της οθωμανικής δεσποτείας» και την «κοσμοπολιτειακή ανασυγκρότηση του ελληνικού κοσμοσυστήματος».

Πάραυτα, η κατάρρευση του προτάγματος της Ελληνικής παλιγγενεσίας και η αποτυχία της πολιτικής ηγεσίας του ελληνισμού να ανασυστήσει την Ελληνική πολιτεία στη θέση της οθωμανικής δεσποτείας, απέληξε στη σταδιακή κατάρρευση του του συστήματος των ελληνικών κοινών και στη δημιουργία ενός λιλιπούτειου Ελληνικού κράτους, πλήρως εξαρτημένου από τις ευρωπαϊκές ηγεμονίες. Απότοκο ήταν ο εκσυγχρονισμός των ελληνικών κοινωνιών να προεπιτάσσει την υποχρεωτική τους εναρμόνιση με το πρόταγμα «ένα κράτος, ένα έθνος, μία κοινωνία, μία γλώσσα, μία πολιτισμική αναφορά» και οπωσδήποτε την εξοικείωσή τους «με ένα οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα που επανέφερε την ιδιοκτησία (όχι την ιδιοκτησία ως απλό μέσο κατοχής του πλούτου κ.λπ.), δηλαδή την κυρίαρχη εξουσία ως συστατικό πυρήνα στη συγκρότηση ανθρώπινων σχέσεων». (Γιώργος Κοντογιώργης, Νεοτερικότητα και πρόοδος)

Εν ολίγοις, το βαθύτερο νόημα της επετείου της Ελληνικής επανάστασης κατά τη διάρκεια της ιστορικής διαχρονίας εγγράφεται στην αξίωση πολιτικής ελευθερίας, ως θεμελιακό υπόβαθρο της οντολογικής (ανθρώπινης) ύπαρξης-εξέλιξης και κοινωνικής ευδαιμονίας. Γιατί όπως εναργώς περιγράφει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σε ομιλία του στην Πνύκα (1838): «Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε “πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα”, αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.



Τελευταία άρθρα