Τηλεδιάσκεψη Τσίπρα – ΟΕΝΓΕ | «Δεν αρκούν οι ευχαριστίες και τα χειροκροτήματα» (ΒΙΝΤΕΟ)

Δήλωση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Τσίπρα, μετά την τηλεδιάσκεψη με την Ομοσπονδία Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ)

Συνομίλησα σήμερα με τηλεδιάσκεψη με τους εκπροσώπους της Ομοσπονδίας Νοσοκομειακών Γιατρών.

Εκπροσώπους εκείνων που δίνουν τη μάχη στην πρώτη γραμμή, συχνά με ανεπάρκεια σε μέσα, αλλά με υπερεπάρκεια σε ανιδιοτέλεια, αλληλεγγύη και αφοσίωση.

Σε συνθήκες όχι απλώς δύσκολες, αλλά και επικίνδυνες για τη δική τους υγεία.

Θέλω να ευχαριστήσω όλους και όλες.

Γιατρούς, νοσηλευτές, προσωπικό του ΕΚΑΒ, εργαζόμενους στη δημόσια υγεία.

Και με την ευκαιρία να ευχαριστήσω και όλους τους άνδρες και τις γυναίκες του κρατικού μηχανισμού, που συμβάλλουν στη μεγάλη κοινή προσπάθεια.

Δεν αρκούν όμως οι ευχαριστίες, τα χειροκροτήματα, η ρητορική ευγνωμοσύνη.

Αυτούς τους ανθρώπους χρειάζεται να τους στηρίζουμε και να τους προστατεύουμε, όχι απλά να τους χειροκροτούμε.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ατομική ευθύνη είναι πολύ σημαντική.

Η προστασία του διπλανού μας, η πειθαρχία σε μέτρα που προτείνουν οι επιστήμονες και επιβάλλει το κράτος.

Δεν θα παίξουμε μ’ αυτά.

Αυτό όμως δεν αναιρεί την καθοριστική ευθύνη της πολιτείας, όπως αυτή εκφράζεται από την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό.

Και ευθύνη της πολιτείας δεν είναι μόνο να λαμβάνει προληπτικά μέτρα και να δείχνει με το δάχτυλο τον κάθε πολίτη ξεχωριστά ως υπεύθυνο για την εφαρμογή τους,

αλλά να λαμβάνει προληπτικά μέτρα και για την ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και των ανθρώπων του.

Για την αποτελεσματική επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν.

Και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα.

Αυτό προέκυψε και από τη συζήτησή μου σήμερα με τους εκπροσώπους των νοσοκομειακών γιατρών.

Υπάρχει ανεπάρκεια μέσων ατομικής προστασίας των εργαζομένων στα νοσοκομεία και στις υπόλοιπες δομές υγείας.

Λείπουν ειδικές μάσκες, γυαλιά, ασπίδες προσώπου, μέσα απαραίτητα για όσους φροντίζουν τους ασθενείς.

Με όσους κινδύνους αυτό συνεπάγεται για την υγεία των εργαζομένων, αλλά και για τον αποδεκατισμό του προσωπικού των νοσοκομείων, καθώς μέχρι σήμερα, με ενημέρωσαν ότι έχουμε τουλάχιστον 65 υγειονομικούς που έχουν μολυνθεί.

Την ίδια στιγμή το τεστ για την ανίχνευση του ιού δεν θεωρείται προληπτικά επιβεβλημένο για το υγειονομικό προσωπικό.

Η δικαιολογία έχει να κάνει με την μικρή επάρκεια αντιδραστηρίων.

Όποιος έχει όμως τη δυνατότητα να πληρώσει μπορεί σε ιδιωτικά ιατρεία να υποβληθεί σε τεστ, ακόμη και αν δεν έχει κάποιο σοβαρό λόγο να το κάνει.

Αυτό είναι αδιανόητο.

Επίσης αδιανόητο είναι 27 μέρες μετά το πρώτο κρούσμα παραμένει μετέωρη σε μεγάλο βαθμό η πρόσληψη επιπλέον ιατρικού, και νοσηλευτικού προσωπικού.

Οι 4.000 θέσεις που είχε προκηρύξει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ακυρώθηκαν και δεν επαναδρομολογήθηκαν, ούτε μετά τη κρίση.

Ενώ οι 2.000 νοσηλευτές που ανακοινώθηκαν δεν έχουν ακόμη αναλάβει υπηρεσία.

Οι δημόσιες δομές υγείας, τα Κέντρα Υγείας αστικού και αγροτικού τύπου, τα περιφερειακά ιατρεία, οι ΤΟΜΥ δεν έχουν ενσωματωθεί ακόμη στο συνολικό σχεδιασμό του υπουργείου Υγείας.

Ενώ τα κρεβάτια σε ΜΕΘ που απομένουν στο σύστημα, προφανώς και δεν θα είναι αρκετά αν συνεχιστεί η αύξηση των κρουσμάτων τις επόμενες ημέρες.

Για αυτό η επίταξη από τώρα όλων των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων ώστε να θέσουν τη δυναμικότητά τους στο εθνικό σύστημα είναι αναγκαία και επιβεβλημένη.

Όσο αναγκαία ήταν και τα σκληρά προληπτικά μέτρα για την αναστολή της μετάδοσης του ιού.

Τέλος, με ανησυχία διαπιστώνω ότι δεν έχει υπάρξει ειδική μέριμνα για τις πιο ευάλωτες ομάδες.

Τους Πρόσφυγες, τους Ρομά, τους τοξικοεξαρτημένους, τους φυλακισμένους, τους άστεγους.

Δυστυχώς δε πρόκειται να τους εξαιρέσει ο ιός.

Κι αυτά ενώ όλοι ξέρουμε ότι δεν υπάρχει χρόνος.

Οι αποφάσεις αυτές έπρεπε να έχουν ήδη ληφθεί.

Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός οφείλουν έστω τώρα να ενισχύσουν όλα τα μέτωπα.

Να κλείσουν κάθε πόρτα και Κερκόπορτα στην προέλαση του ιού.

Και αυτή είναι αποκλειστικά η δική τους ευθύνη.

Η ευθύνη των πολιτών, να υποτάξουν ακόμη και την ατομική τους ελευθερία στο συλλογικό εμείς της δημόσιας υγείας, γίνεται πράξη.

Σε μεγάλο βαθμό, μάλιστα, με απόλυτη συλλογική ευσυνειδησία.

Μένει να δούμε αν θα γίνει πράξη και η ευθύνη της Πολιτείας.



Τελευταία άρθρα