Ελληνοτουρκικών συνέχεια | Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Εν αναμονή της προδηλώμενης απόφασης της Άγκυρας για την έξοδο έντεκα τουρκικών υποβρυχίων σε Ιόνιο-Αιγαίο, κατά το διάστημα 10-20 Μαρτίου, «σε περιοχές που ξεκινούν από τα Δαρδανέλια, διασχίζουν όλο το Αιγαίο φθάνοντας και “κυκλώνοντας” την Κρήτη και καταλήγουν στο Ιόνιο Πέλαγος μεταξύ Κεφαλλονιάς και Ζακύνθου», καλούμαστε ν’ αναδιφήσουμε στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και ν’ αναλογιστούμε εάν και σε ποιο βαθμό η προοδευτική γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνικού έθνους, αμέσως μετά την μικρασιατική καταστροφή και του συνεπακόλουθου αφανισμού των ελληνικών κοινών στην Ασιατική Ελλάδα, στον Πόντο, στη Ρωσία, στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή (μετά το 1945), υποδηλώνει την αδυναμία ή αναλγησία του πολιτικού προσωπικού της Αθήνας, να διαμορφώσει και να εφαρμόσει μία ολοκληρωμένη πρόταση πολιτικής με άξονα την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος, που ορίζεται ως επιβίωση του έθνους-κράτους.
Αυτό γιατί πριν στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών, υψηλόβαθμοι πολιτικοί αξιωματούχοι χρησιμοποιώντας την αρχή της αβρότητας προς τη γείτονα χώρα θα απευθύνουν προτροπές στο να μην παρουσιαζόμαστε ως μοναχοφάηδες, γιατί δεν μπορεί κανείς «να αποκλείσει την Τουρκία, η οποία έχει τόσα πολλά χιλιόμετρα ακτογραμμή στη Μεσόγειο», ανακαλύπτοντας ότι «το Καστελλόριζο δεν είναι στο Αιγαίο, αλλά στην Ανατολική Μεσόγειο».
Ανάλογα και αντίστοιχα πολιτικά στελέχη της νέας Ελληνικής κυβέρνησης αποφαίνονται περί της προσφυγής στη Χάγη, με τον ίδιο τον Πρωθυπουργό να δηλώνει ότι «αν δεν τα βρούμε με την Τουρκία, να πάμε στη Χάγη και να είμαστε τότε έτοιμοι να δεχτούμε την απόφαση που θα προκύψει».

Η ιδέα περί ελληνοτουρκικής συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο δεν είναι νεοφανής. Ήδη από τον Απρίλιο του 1991 οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν διπλωματικές πρωτοβουλίες για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών. Με τηλεγράφημα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών προς τις ομόλογες πρεσβείες σε Αθήνα και Άγκυρα, καταγράφεται το σχέδιο πρότασης για την πολιτική διευθέτηση της νομικής διαφοράς της οριοθέτησης της Αιγαιακής υφαλοκρηπίδας, υπό τη βάση της αρχής της αμοιβαιότητας.
«(…) Κάθε πλευρά θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η άλλη θα μπορεί να αρχίσει σεισμολογικές εργασίες ή ενέργειες γεωτρήσεων επί μιας περιορισμένης περιοχής της αμφισβητούμενης υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, επί τη βάσει της αμοιβαιότητας. Έτσι, κάθε πλευρά θα πρέπει, κατά πρώτον λόγο, να μας δείξει ότι είναι πρόθυμη να κάνει μια χειρονομία προς την άλλη, ώστε να δεχθεί από την άλλη πλευρά μια αντίστοιχη χειρονομία, η οποία θα επικυρώνει τη συναίνεση για την έναρξη δραστηριοτήτων σε μια περιορισμένη περιοχή. Εάν οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι αυτή η βασική ιδέα αξίζει να διερευνηθεί, τότε θα απαιτηθούν συζητήσεις μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδος και Τουρκίας σχετικά με τη θέση και την έκταση των δύο περιοχών και άλλες λεπτομέρειες για να επιτευχθεί η βασική αμοιβαία συμφωνία. Παραδείγματος χάριν, η ελληνική πλευρά πιθανόν να επιθυμεί να κάνει γεωτρήσεις στην περιοχή της Θάσου και η τουρκική πλευρά, να θέλει να κάνει έρευνες σε μια περιοχή εντός των ορίων (δυτικά Λέσβου και Χίου) τα οποία στο παρελθόν είχε παραχωρήσει σε μια τουρκική εταιρεία γι’ αυτό τον σκοπό».
Η εμμονή της πλανητικής υπερδύναμης να ρυθμίσει το Αιγαιακό καθεστώς μέσω διμερών διαπραγματεύσεων, πυροδοτεί την εφαρμογή της εξαναγκαστικής διπλωματίας από την Άγκυρα για την επιτάχυνση της ελληνικής αποδοχής στην πολιτική επίλυση του ζητήματος. Αναγνωρίζοντας την υψηλή γεωστρατηγική, γεωπολιτική και γεωοικονομική αξία του Αιγαίου Πελάγους και συναφώς τον ρόλο της Ελλάδας ως γεωπολιτικού άξονα, επιχειρεί να αφαιρέσει το συγκριτικό πλεονέκτημα της Αθήνας, επικαλούμενη παράγοντες και κριτήρια που δεν συνάδουν με τους κανόνες της διεθνούς τάξης και νομιμότητας. Ως απόρροια της εξέλιξης αυτής, η άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στα θαλάσσια καθεστώτα του Αιγαίου –υφαλοκρηπίδα, αιγιαλίτιδα, αποκλειστική οικονομική ζώνη–δημιουργεί ένα μείζον δίλημμα ασφαλείας για την Τουρκία, παρεπόμενο της επαύξησης της ελληνικής εδαφικής επικράτειας με αντίστοιχη μείωση του ποσοστού της ανοικτής θάλασσας και των συμπαρομαρτούντων ελευθεριών της. Άλλωστε η ιστορία καταδεικνύει ότι η έναρξη των τουρκικών διαμφισβητήσεων στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα εκκινά ευθύς αμέσως με την ανεύρεση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων παρακείμενα της Θάσου το φθινόπωρο του 1973 και συγκεκριμένα την 1 Νοέμβριου του 1973, όταν κατά εντολή της Τουρκικής κυβέρνησης, η Τουρκική Κρατική Εταιρεία Πετρελαίων (Tyrkiye Petrolleri Anonim Ortakligi- TPAO) ανέλαβε τη διεξαγωγή ερευνών για εντοπισμό υδρογονανθράκων, εκτός των χωρικών υδάτων της Τουρκίας και δυτικά των νησιών Σαμοθράκης, Λήμνου, Αγίου Ευστρατίου, Μυτιλήνης, Ψαρών, Χίου.
Εν ολίγοις, η συγκαιρινή εξαναγκαστική διπλωματία της Άγκυρας στα θαλάσσια και εναέρια καθεστώτα στο Αιγαίο και στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Κύπρου, αποτελεί συνέχεια και συνέπεια της προηγηθείσας πολιτικοστρατηγικής συμπεριφοράς της Αθήνας. Στο βαθμό που το διατακτικό της τουρκικής πολιτικής, συνίστατο στην εγκαθίδρυση ασύμμετρων ανταγωνισμών και ελεγχόμενων εντάσεων με την Ελλάδα, με απότοκο την επίτευξη της μέγιστης δυνατής πολιτικοστρατηγικής επιρροής με το ελάχιστο δυνατό κόστος, η Αθήνα καλείται να διαμορφώσει-εφαρμόσει μια αξιόπιστη αποτρεπτική στρατηγική. Να συγκροτήσει δηλαδή, μια μεθοδική πρόταση πολιτικής, αναλύοντας και συνεκτιμώντας τη φύση των κινήτρων-προθέσεων της Άγκυρας, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα ικανούς συντελεστές οικονομικής, στρατιωτικής, τεχνολογικής και διπλωματικής ισχύος για την προάσπιση της εδαφικής της ακεραιότητας και την προαγωγή των εθνικών της συμφερόντων –οικονομική, κοινωνική και πολιτική ευημερία.



Τελευταία άρθρα